Οι τρεις απατεώνες

ARTHUR MACHEN 38 τησα αργά στο δρομάκι απολαμβάνοντας την ηρεμία· στη μια μεριά του δρόμου ήταν η πίσω όψη ενός μεγάλου καταστήματος· σειρές επί σειρών σκονισμένα παράθυρα υψώνονταν μέσα στη νύχτα, με προεξοχές για την ανύψωση βαριών εμπορευμάτων που θύμιζαν αγχόνες, και αποκάτω υπήρχαν μεγάλες πόρτες, κλειδωμένες κι αμπαρωμένες, σκοτεινές και έρημες. Μετά είδα την τεράστια αποθήκη κάποιας μεταφορικής εταιρείας· και απέναντι έναν βλοσυρό άδειο τοίχο, δυσοίωνο σαν τείχος φυλακής, και μετά τα κεντρικά κάποιου εθελοντικού σώματος, και πιο πέρα ένα πέρασμα που οδηγούσε σε μια αυλή όπου υπήρχαν κάρα προς ενοικίαση· ήταν, θα μπορούσαμε να πούμε, ένας δρόμος δίχως κατοίκους, και σε κανένα παράθυρο δεν υπήρχε η παραμικρή υποψία φωτός. Στεκόμουν μπερδεμένος και συλλογιζόμουν την παράξενη ηρεμία και σκοτεινιά που επικρατούσε, παρότι το μέρος πρέπει να ήταν κοντά σε κάποια θορυβώδη κεντρική αρτηρία του Λονδίνου, όταν ξαφνικά άκουσα γρήγορα βήματα να αντηχούν στο πεζοδρόμιο και από ένα στενό πέρασμα, έναν στάβλο ή κάτι παρεμφερές, ένας άντρας πετάχτηκε μπροστά μου σαν να τον είχαν εκτοξεύσει με καταπέλτη, και καθώς με προσπερνούσε φουριόζος, πέταξε κάποιο αντικείμενο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, σχεδόν πριν καταλάβω τι συνέβη, χώθηκε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=