Οι τρεις απατεώνες

ARTHUR MACHEN 36 του κουδουνιού τον ανάγκασε να σηκωθεί και, κοιτάζοντας το ρολόι του, είδε πως η ώρα ήταν περασμένες δέκα. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην εξώπορτα και ο φίλος του, ο κύριος Ντάισον, μπήκε και, όπως συνήθιζε, κάθισε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να καπνίζει σιωπηλός. «Γνωρίζεις, Φίλιπς» είπε έπειτα από λίγο «ότι πάντοτε ήμουν υπέρμαχος του θαυμαστού. Σε θυμάμαι να ισχυρίζεσαι καθισμένος σε τούτο δω το κάθισμα πως στη λογοτεχνία κανένας δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το θαυμαστό, το απίθανο, τη σύμπτωση, και υποστήριζες ότι αυτό είναι το σωστό επειδή το θαυμαστό και το απίθανο δεν συμβαίνουν ποτέ και οι ζωές των ανθρώπων δεν διαμορφώνονται από συμπτώσεις. Να ξέρεις πως ακόμα και αν αυτό ίσχυε όντως, δεν θα δεχόμουν το συμπέρασμά σου, επειδή νομίζω πως η θεωρία ότι η λογοτεχνία οφείλει να αντικατοπτρίζει την καθημερινή ζωή είναι σκέτη ανοησία· αλλά μπορώ να πω ότι αρνούμαι και την υπόθεσή σου. Κάτι μοναδικό μού συνέβη απόψε». «Αλήθεια, Ντάισον, χαίρομαι πολύ που το ακούω. Φυσικά, αντιτάσσομαι στο επιχείρημά σου, όποιο κι αν είναι αυτό· αλλά θα ήθελα πολύ να μου διηγηθείς την περιπέτειά σου». «Ωραία, άκου πώς συνέβη. Σήμερα ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα όσον αφορά τη δουλειά· ειλι-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=