ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ 35 κάπνιζε γαλήνια, παρακολουθώντας την κίνηση αποκάτω. Ο ουρανός ήταν καθαρός και το λυκόφως δεν έλεγε να σβήσει. Το ροδοκόκκινο ηλιοβασίλεμα της καλοκαιρινής βραδιάς συναγωνιζόταν τη λάμψη από τους φανοστάτες αερίου στην πλατεία και έβαφε το τοπίο με ένα κάπως απόκοσμο κιαροσκούρο· και τα παιδιά που έτρεχαν πέρα δώθε στο πεζοδρόμιο, οι αργόσχολοι που άραζαν πλάι στην παμπ και οι ανέμελοι περαστικοί, όλοι αυτοί δεν ξεχώριζαν ως αυτόνομες, ακλόνητες υπάρξεις, μα έμοιαζαν να τρεμοπαίζουν και να αιωρούνται μέσα στο παιχνίδι των φωτεινών λάμψεων. Σταδιακά, τα παράθυρα στα απέναντι σπίτια άρχισαν να φωτίζονται το ένα μετά το άλλο, μια σειρά από λαμπερά τετράγωνα· πού και πού μια φιγούρα εμφανιζόταν πίσω από κάποιες γρίλιες και μετά χανόταν, και μέσα σε όλη αυτή την ημιθεατρική μαγεία οι τρίλιες και οι φιοριτούρες μιας τολμηρής ιταλικής όπερας που κάποιος έπαιζε στο πιάνο λίγο παραπέρα ήταν ταιριαστή συντροφιά, ενώ ο βαθύς ήχος της συνεχόμενης κίνησης στους δρόμους του Χόλμπορν δεν σταματούσε ούτε μια στιγμή. Ο Φίλιπς απολάμβανε τη σκηνή και την επίδραση που είχε πάνω του· το φως στον ουρανό ξεθώριασε κι έγινε σκοτάδι, η πλατεία σταδιακά ησύχασε, και αυτός ακόμη καθόταν ονειροπόλα στο παράθυρο μέχρι που το διαπεραστικό χτύπημα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=