Οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ
13 ύστερα να μη νιώθεις, αν το επέλεγες. Άλλωστε, ήταν εύ- κολο για κείνη να είναι ενθουσιασμένη με όλα αυτά. Είχε επισκεφθεί το νησί το προηγούμενο καλοκαίρι και, με κάποιον απίστευτο τρόπο, είχε καταφέρει να κάνει φίλους. «Δε θέλω να πάω» γκρίνιαξε ο Φιον. «Δεν πρόκειται να προσποιηθώ ότι μου αρέσει». «Ποτέ δε θες να πας πουθενά» του πέταξε η Τάρα. «Το μόνο που κάνεις είναι να μένεις σπίτι και να παίζεις βι- ντεοπαιχνίδια, στα οποία είσαι σκράπας έτσι κι αλλιώς. Είσαι τόσο βαρετός». Ο Φιον ήθελε να της πει πως ευχόταν ο ίδιος να είχε μείνει πίσω με τη μητέρα τους, ότι θα μπορούσε να μένει δίπλα της ακόμα κι όταν εκείνη έμοιαζε να μην τον βλέπει καν. Ήθελε να της πει πως δεν ήταν σκράπας στα βιντεο παιχνίδια. Πως στην πραγματικότητα ήταν φοβερός. Αντί για όλα αυτά, είπε: «Σκάσε». ΗΤάρα έβγαλε μια Μαρς απ’ την τσέπη της – την είχε πάρει όταν σταμάτησαν για καύσιμα στον δρόμο για το φέρι, όταν η κυρία Γουότερς είχε ανοίξει το λουλουδάτο πορτοφόλι της, γεμάτο νομίσματα, και τους είχε χαμογε- λάσει πλατιά. Πάρτε ό,τι θέλετε, αγάπες μου . Έκοψε μια δαγκωνιά και οι λέξεις βγήκαν πνιγμένες από τη μισομασημένη καραμέλα. «Είναι μια περιπέτεια, Φιόνι». Κοίταξε δεξιά κι αριστερά και χαμήλωσε τη φωνή της. «Αυτό το μέρος είναι μαγικό. Περίμενε και θα δεις». «Ο μόνος λόγος που σου φαίνεται μαγικό είναι επειδή εκεί γνώρισες ένα αγόρι πέρσι» είπε ο Φιον με βαθιά, ακλόνητη αηδία.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=