ΟΙ ΜΠΟΥΝΤΕΝΜΠΡΟΚ | 29 φιλόσοφος Λενουάρ, λοχίας της Αυτού Μεγαλειότητας του Αυτοκράτορος Ναπολέοντος το έτος 1806… σκέφτομαι μάλιστα και τη συνάντησή μας στην Αλφ Στράσε, μαντάμ». Η μαντάμ Μπούντενμπροκ κοίταξε το πιάτο της μ’ ένα χαμόγελο λίγο αμήχανο, λίγο σκοτισμένο από το βάρος της ανάμνησης. Ο Τομ και η Τόνι, στο κάτω μέρος του τραπεζιού, που δεν τους άρεσε το ψάρι και παρακολουθούσαν με ζήλο τη συζήτηση των μεγάλων, φώναξαν με μια φωνή: «Αχ, ναι, πες την ιστορία, γιαγιά!» Όμως ο πάστορας ήξερε ότι δεν θα ήθελε να μιλήσει η ίδια γι’ αυτό το μάλλον επώδυνο για κείνη περιστατικό, κι έτσι ανέλαβε να πει ο ίδιος ακόμα μια φορά αυτή τη μικρή, παλιά ιστορία που τα παιδιά άκουγαν για εκατοστή φορά με ευχαρίστηση και που ίσως ένας δυο από τους παρόντες δεν ήξεραν. «Λοιπόν, φανταστείτε ένα απόγευμα του Νοεμβρίου, κρύο και βροχερό, ο Θεός να φυλάει. Εγώ ανηφορίζω την Αλφ Στράσε επιστρέφοντας από κάποιο ενοριακό καθήκον κα αναλογίζομαι τους δύσκολους καιρούς που περνάμε. Ο πρίγκιπας Μπλίχερ έχει φύγει, οι Γάλλοι έχουν μπει στην πόλη, όμως τίποτα δεν προδίδει το ηλεκτρισμένο κλίμα που επικρατεί παντού: οι δρόμοι είναι ήσυχοι, ο κόσμος κλεισμένος στα σπίτια του. Ο Πραλ, ο επικεφαλής της συντεχνίας των χασάπηδων, πάει και στήνεται στην πόρτα του μαγαζιού του με τα χέρια στις τσέπες. “Ε, μα αυτό πια πάει πολύ, αυτό παραπάει!” βροντοφωνάζει ξαφνικά, και τότε… μπαμ… τρώει μια σφαίρα στο κεφάλι. Για να ρίξω μια ματιά στους Μπούντενμπροκ, σκέφτομαι τότε εγώ, μια καλή κουβέντα θα την έχουν ανάγκη… ο κύριος Μπούντενμπροκ περνάει κρίση έρπητα και η κυρία έχει πολλή δουλειά, με τους φαντάρους στο σπίτι. »Εκείνη, λοιπόν, ακριβώς τη στιγμή ποιον βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου; Την αξιότιμη κυρία Μπούντενμπροκ. Αλλά σε τι κατάσταση! Να τρέχει παραπατώντας μες στη βροχή χωρίς καπέλο, μ’ ένα σάλι μόνο στους ώμους, αναμαλλιασμένη… Ναι, ναι, είναι αλήθεια, μαντάμ! Η κόμμωση είχε πάει περίπατο. »“Τι ευχάριστη έκπληξη” της λέω και, επειδή κατάλαβα πως δεν έβλεπε μπροστά της, παίρνω το θάρρος και την πιάνω απ’ το μανίκι, γιατί ένιωσα πως κάτι δεν πάει καλά. “Για πού το βάλατε, αγαπητή μου;” Τότε καταλαβαίνει ποιος είμαι, με κοιτάζει και ξεσπάει: “Εσείς
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=