Οι Μπούντενμπροκ

28 | THOMAS ΜΑΝΝ με κρασί. «Πιστεύετε, λοιπόν, αγαπητέ μου πρόξενε» είπε με συγκρατημένο χαμόγελο «ότι και χωρίς τον Γκέελμαακ τα πράγματα θα είχαν φτάσει εκεί που έφτασαν;» «Όχι ακριβώς» απάντησε ο πρόξενος συλλογισμένος, χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα. «Πιστεύω ότι ο Ντίτριχ Ράτενκαμπ ήταν αναπόφευκτο, μοιραίο να πάρει τον Γκέελμαακ για συνεταίρο… για να γίνει αυτό που ήταν γραφτό να γίνει… Πρέπει να έδρασε υπό την πίεση μιας αδήριτης ανάγκης. Αχ, πιστεύω πως ήξερε πάνω κάτω τι έκανε ο συνεταίρος του· και για την αποθήκη δεν είχε πλήρη άγνοια. Αλλά είχε παραλύσει…» «Assez*, Ζαν!» παρενέβη ο γερο-Μπούντενμπροκ, αφήνοντας κάτω το κουτάλι του. «Έχεις κάτι ιδέες μερικές φορές…» Ο πρόξενος ύψωσε το ποτήρι του στην υγειά του πατέρα του χαμογελώντας αφηρημένα. «Ας επιμείνουμε στο ευφρόσυνο παρόν!» είπε ο Λέμπρεχτ Κρέγκερ. Έπιασε προσεκτικά, με κομψότητα, ένα μπουκάλι λευκό κρασί μ’ ένα μικρό ασημένιο ελαφάκι στο πώμα, το κράτησε στο πλάι και εξέτασε την ετικέτα. «Σ.Φ. Κέπεν» διάβασε κι έγνεψε προς τον έμπορο κρασιού. «Ε, βέβαια, τι θα κάναμε χωρίς εσάς!» Η μαντάμ Αντουανέτε παρακολουθούσε με άγρυπνο μάτι τους υπηρέτες που άλλαζαν τα επίχρυσα πιάτα Meissen, η μαντμαζέλ Γιούνγκμαν έδινε οδηγίες απ’ το χωνί που εξυπηρετούσε την επικοινωνία της κουζίνας με την τραπεζαρία, και, κάνοντας τον γύρο του τραπεζιού, σέρβιραν το ψάρι. «Αυτό το… ευφρόσυνο παρόν δεν είναι αυτονόητο όσο φαίνεται» παρατήρησε ο πάστορας Βούντερλιχ, βάζοντας ψάρι στο πιάτο του. «Οι νέοι που απολαμβάνουν εδώ αυτή τη βραδιά μαζί μας ούτε που φαντάζονται, υποθέτω, πως τα πράγματα θα μπορούσαν ποτέ ν’ αλλάξουν… Από την πλευρά μου, δικαιούμαι, πιστεύω, να ισχυριστώ ότι υπήρξα μάρτυρας, και μάλιστα όχι μόνο μία φορά, καταστάσεων που βάρυναν στο πεπρωμένο της οικογένειας Μπούντενμπροκ… Αυτό, ας πούμε» είπε και στράφηκε προς τη μαντάμ Αντουανέτε υψώνοντας ένα από τα βαριά ασημένια κουτάλια «μπαίνω στον πειρασμό να αναρωτηθώ αν ίσως ανήκει στο σετ που είχε στα χέρια του ο φίλος μας ο * Αρκετά!

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=