ΟΙ ΜΠΟΥΝΤΕΝΜΠΡΟΚ | 27 «Εν έτει… για να δω… γύρω στο 1680, αν δεν κάνω λάθος. Ο γιος μου τα ξέρει καλύτερα». «Το ογδόντα δύο» είπε ο πρόξενος γέρνοντας μπροστά. Καθόταν στην κάτω άκρη του τραπεζιού, χωρίς κάποια κυρία στο πλάι του, δίπλα στον γερουσιαστή Λάνγκχαλς. «Ολοκληρώθηκε τον χειμώνα του 1682, μόλις ξεκινούσε η λαμπρή ανοδική πορεία της Ράτενκαμπ και Σία… Λυπηρό πώς κατέρρευσε η εταιρεία τα τελευταία είκοσι χρόνια!» Ακολούθησε μισού λεπτού παύση, ενώ όλοι χαμήλωσαν το βλέμμα κοιτώντας καθένας το πιάτο του κι αναλογιζόμενοι την τύχη της λαμπρής οικογένειας που είχε χτίσει το σπίτι και ζούσε εκεί, για να το εγκαταλείψει ύστερα, διαλυμένη και εξαθλιωμένη. «Ναι» είπε ο μεσίτης Γκρέτγενς «είναι λυπηρό να σκέφτεσαι την τρέλα που τους οδήγησε στον όλεθρο. Αν ο Ντίτριχ Ράτενκαμπ δεν είχε πάρει για συνεταίρο αυτόν τον Γκέελμαακ! Εγώ, το ξέρει ο Θεός, σήκωσα τα χέρια μου ψηλά όταν μπήκε αυτός στη διοίκηση της επιχείρησης. Ξέρω από καλή πηγή, αγαπητοί μου κύριοι, τις βρομοδουλειές που έκανε πίσω απ’ την πλάτη του Ράτενκαμπ και πώς μοίραζε δεξιά κι αριστερά υποσχετικές και γραμμάτια στο όνομα της εταιρείας… Ώσπου μια μέρα το παιχνίδι τελείωσε. Οι τράπεζες τη μυρίστηκαν τη δουλειά, τους μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά, δεν υπήρχε κάλυψη… Δεν φαντάζεστε… Και ποιος φρόντιζε την αποθήκη; Ο Γκέελμαακ, ίσως; Σαν αρουραίοι είχαν φωλιάσει εκεί μέσα, χρόνια και χρόνια! Όμως ο Ράτενκαμπ δεν έδινε δεκάρα…» «Σαν να είχε κοκαλώσει» είπε ο πρόξενος και το πρόσωπό του πήρε μια σκοτεινή, απόμακρη έκφραση. Σκυφτός πάνω απ’ το πιάτο του ανάδεψε τη σούπα του, ρίχνοντας πότε πότε μια γρήγορη ματιά με τα μικρά, στρογγυλά, βαθουλωμένα μάτια του στην επάνω άκρη του τραπεζιού. «Ήταν φανερό πως κάτι τον βάραινε… κι ήταν εύκολο να καταλάβεις τι. Τι τον έκανε να πάρει τον Γκέελμαακ στην επιχείρηση… κάποιον με λίγα ψωροκεφάλαια, που δεν είχε και την καλύτερη φήμη. Μάλλον ένιωσε την ανάγκη να μοιραστεί τη βαριά ευθύνη του με κάποιον, αδιάφορο με ποιον, γιατί ένιωθε το τέλος να πλησιάζει… Η επιχείρηση είχε καταρρεύσει, η παλιά οικογένεια είχε χάσει την αίγλη της. Ο Γκέελμαακ απλώς της έδωσε τη χαριστική βολή…» Ο πάστορας Βούντερλιχ γέμισε το ποτήρι του και του διπλανού του
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=