| 26 ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ «Επαναλαμβάνω, τα συγχαρητήριά μου, Μπούντενμπροκ!» Η στεντόρεια φωνή του κυρίου Κέπεν σκέπασε όλες τις συζητήσεις στο τραπέζι, ενώ η υπηρέτρια, με γυμνά τα χοντρά της μπράτσα, ντυμένη μ’ ένα βαρύ ριγέ φόρεμα υπηρεσίας κι ένα λευκό σκουφάκι στο πίσω μέρος του κεφαλιού, σέρβιρε τη σούπα λαχανικών και το φρυγανισμένο ψωμί με τη βοήθεια της μαντμαζέλ Γιούνγκμαν και της υπηρέτριας της κυρίας προξένου στον επάνω όροφο. Οι καλεσμένοι άρχισαν να αναδεύουν προσεκτικά τη σούπα με το κουτάλι. « ’ Έτοια απλωσιά, ’ έτοια αρχοντιά… Εδώ, να πούμε, ζει κανείς πραγματικά καλά, να πούμε…» Ο κύριος Κέπεν δεν είχε επισκεφθεί ποτέ το σπίτι επί των ημερών του πρώην ιδιοκτήτη του· πρόσφατα μόλις είχε πλουτίσει και, καθώς δεν ήταν γόνος καμιάς οικογένειας ευγενών, δεν είχε καταφέρει ακόμη να απαλλαγεί από ορισμένους ιδιωματισμούς, όπως η επανάληψη της φράσης «να πούμε». Παρεμπιπτόντως, συχνά παρέλειπε το ταυ. «Μα δεν κόστισε και τίποτα» παρατήρησε ξερά ο κύριος Γκρέτγενς, που όφειλε να ξέρει, παρατηρώντας μέσα απ’ τη στρογγυλεμένη παλάμη του τον ιταλικό κόλπο. Οι θέσεις των κυριών και των κυρίων ήταν μοιρασμένες, στο μέτρο του δυνατού, ενώ ανάμεσα στους συγγενείς κάθισαν οικογενειακοί φίλοι. Όμως η διευθέτηση δεν στάθηκε δυνατόν να πραγματοποιηθεί με όλους· το ηλικιωμένο ζεύγος Έβερντικ καθόταν, ως συνήθως, σχεδόν ο ένας στα γόνατα του άλλου και δεν χόρταιναν να εκφράζουν την τρυφερότητά τους, ανταλλάσσοντας ματιές όλο λατρεία. Ο ηλικιωμένος Κρέγκερ, απ’ την άλλη, καθόταν στητός ανάμεσα στη μαντάμ Αντουανέτε και την κυρία γερουσιαστού Λάνγκχαλς, μοιράζοντας δεξιά κι αριστερά χειρονομίες και συγκρατημένα αστεία. «Πότε φτιάχτηκε το σπίτι;» ρώτησε ο κύριος Χοφστέντε διαγωνίως πάνω από το τραπέζι τον γερο-Μπούντενμπροκ, ο οποίος κουβέντιαζε με ευχάριστο, ελαφρά σαρκαστικό τόνο με την κυρία Κέπεν.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=