ΟΙ ΜΠΟΥΝΤΕΝΜΠΡΟΚ | 25 του, πρόσφερε το χέρι του στη μητέρα του και πέρασαν μαζί το κατώφλι προς την κατάφωτη τραπεζαρία, όπου η συντροφιά είχε ήδη καθίσει στο μακρύ τραπέζι. Οι ταπετσαρίες εδώ είχαν ένα γαλάζιο φόντο· σχεδόν ανάγλυφες λευκές μορφές θεοτήτων πρόβαλλαν ανάμεσα σε ραδινούς κίονες. Οι βαριές κουρτίνες από κόκκινο δαμασκηνό ύφασμα στα παράθυρα ήταν κλειστές και σε όλες τις γωνίες της αίθουσας, πέρα από άλλα κεριά σε ασημένια επιτραπέζια κηροπήγια, οκτώ κεριά έκαιγαν σε καθένα από τα ψηλά, επίχρυσα μανουάλια. Πάνω από τον βαρύ μπουφέ στον τοίχο, απέναντι από το Δωμάτιο των Τοπίων, κρεμόταν ένας μεγάλος πίνακας, ένας ιταλικός κόλπος μ ’ ένα σβησμένο γαλάζιο, που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση μ’ αυτόν τον φωτισμό. Η μαντάμ Μπούντενμπροκ κάθισε ανάμεσα στον πάστορα Βούντερλιχ και τον ηλικιωμένο Κρέγκερ, ο οποίος προήδρευε στην πλευρά του παραθύρου· καμία έγνοια, καμία ανησυχία δεν σκίαζε τώρα το πρόσωπό της. «Καλή σας όρεξη!» είπε με το χαρακτηριστικό, αεικίνητο, εγκάρδιο νεύμα του κεφαλιού, ρίχνοντας μια ματιά σ ’ όλο το μήκος του τραπεζιού ως τα παιδιά στην άλλη άκρη…
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=