| 23 ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κι ενώ όλοι μετακινούνταν προς την τραπεζαρία, ο πρόξενος Μπούντενμπροκ έβαλε το χέρι του στην τσέπη της ρεντιγκότας του κι άγγιξε το σημείωμα, που έτριξε. Το κοινωνικό χαμόγελο έσβησε ξαφνικά από το πρόσωπό του, δίνοντας τη θέση του σε ένα σφιγμένο, ανήσυχο βλέμμα· οι μύες σάλεψαν στους κροτάφους του καθώς έσφιγγε τα δόντια. Προς στιγμήν έκανε πως πάει κι αυτός προς την τραπεζαρία, ύστερα όμως κοντοστάθηκε και αναζήτησε με το βλέμμα τη μητέρα του που έφευγε από το δωμάτιο με τον πάστορα Βούντερλιχ και τους τελευταίους καλεσμένους της. «Με συγχωρείτε, αγαπητέ πάστορα… να σας πω δυο λεπτά μόνο, μαμά». Κι ενώ ο πάστορας έγνεψε καλόγνωμα, ο πρόξενος τράβηξε τη μητέρα του προς το παράθυρο του Δωματίου των Τοπίων. «Πρόκειται, εν συντομία, για ένα γράμμα από τον Γκότχολντ» είπε βιαστικά, χαμηλόφωνα. Έβγαλε από την τσέπη του το διπλωμένο χαρτί με τη σφραγίδα και την κοίταξε κατευθείαν στα σκούρα μάτια που ζητούσαν να μάθουν. «Είναι ο γραφικός του χαρακτήρας, κι αυτό είναι το τρίτο γράμμα. Ο μπαμπάς απάντησε μόνο στο πρώτο. Τι να κάνω εγώ τώρα; Ήρθε στις δύο το απόγευμα και θα έπρεπε να του το είχα ήδη δώσει, αλλά δεν θέλω να του χαλάσω τη διάθεση, μέρα που είναι. Εσείς τι λέτε; Έχω ακόμη καιρό να τον φωνάξω…» «Όχι, έχεις δίκιο, Ζαν, περίμενε καλύτερα» είπε η μαντάμ Μπούντενμπροκ, πιάνοντας το μπράτσο του γιου της βιαστικά, όπως συνήθιζε. «Ποιος ξέρει τι γράφει!» πρόσθεσε ανήσυχα. «Ο νεαρός δεν θα υποχωρήσει. Το έχει βάλει για τα καλά στο μυαλό του να αποζημιωθεί για το μερίδιό του στο σπίτι… Όχι, όχι, Ζαν. Όχι τώρα. Ίσως απόψε, προτού πάμε για ύπνο». «Και τι να κάνω;» επανέλαβε ο πρόξενος, κουνώντας το σκυμμένο κεφάλι του. «Εγώ απ’ τη μεριά μου σκεφτόμουν συχνά να ζητήσω από τον μπαμπά να υποχωρήσει… Δεν μ’ αρέσει να φαίνεται σαν εγώ, ο ετεροθαλής αδελφός, βολεμένος με τους γονείς, να στήνω ίντριγκες σε βάρος του Γκότχολντ. Δεν θέλω ούτε ο πατέρας να το βλέπει έτσι. Αλλά,
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=