20 | THOMAS ΜΑΝΝ νος πιτσιρίκος. Είχε τα ίδια, μάλλον μικρά, στρογγυλά και βαθιά μάτια, η ίδια έντονα προβεβλημένη, κυρτή μύτη ήταν ήδη αναγνωρίσιμη, ενώ οι γραμμές κάτω από τα ζυγωματικά προμήνυαν από τώρα πως το σχήμα του προσώπου του δεν θα έμενε για πολύ γεμάτο, παιδικό. «Γελάσαμε τρομερά» άρχισε να φλυαρεί, ρίχνοντας ματιές γύρω γύρω. «Λοιπόν, ακούστε τι είπε ο κύριος Στένγκελ στον Ζίγκμουντ Κόστερμαν». Έσκυψε μπροστά κουνώντας το κεφάλι του και είπε με έμφαση: «Εξωτερικά, αγαπητό μου παιδί, μπορεί το μούτρο σου, εξωτερικά λέω, να έχει αυτή την απίστευτη, αστραφτερή γυαλάδα, από μέσα όμως, αγαπητό μου παιδί, είσαι μαύρος». Κι αυτό το «μαύρος» το είπε χωρίς το ρο, «μαύγος» δηλαδή, και η έκφραση της αποστροφής γι’ αυτό το πεντακάθαρο πρόσωπο ήταν τόσο κωμική, τόσο πετυχημένη, που οι θεατές έσκασαν στα γέλια. «Μαϊμού, δεν σας έλεγα;» επανέλαβε ο γερο-Μπούντενμπροκ. Όμως ο κύριος Χοφστέντε ήταν καταγοητευμένος. «Charmant!» φώναξε. «Αν ξέρατε τον Μαρτσέλους Στένγκελ… είναι έτσι ακριβώς! Ω, τι απόλαυση!» Ο Τόμας, που δεν είχε αυτό το χάρισμα της μίμησης, στεκόταν δίπλα στον μικρότερο αδελφό του και γελούσε με την καρδιά του, χωρίς ίχνος φθόνου. Ο Τόμας δεν είχε ιδιαίτερα ωραία δόντια, ήταν μικρά και κιτρινωπά. Είχε όμως όμορφη μύτη, φίνα. Εντυπωσιακή ήταν η ομοιότητα με τον παππού του στα μάτια και στο σχήμα του προσώπου. Μερικοί είχαν καθίσει στις καρέκλες και στον καναπέ, κουβέντιαζαν με τα παιδιά ή μεταξύ τους για το πρόωρο κρύο, για το καινούργιο σπίτι. Ο κύριος Χοφστέντε θαύμασε το πανέμορφο πορσελάνινο μελανοδοχείο Sèvres, σε σχήμα ασπρόμαυρου κυνηγετικού σκύλου, πάνω στο σεκρετέρ. Ο δόκτωρ Γκράμπο, συνομήλικος με τον πρόξενο, με καλόβολο πρόσωπο που πρόβαλλε ανάμεσα σε δυο λωρίδες γένια στα μάγουλα, χάζευε τα κέικ, τα σταφιδόψωμα και την εντυπωσιακή ποικιλία από γεμάτες αλατιέρες πάνω στο τραπέζι. Αντί για το παραδοσιακό «ψωμί κι αλάτι» για το καλό του καινούργιου σπιτικού, οι συγγενείς και οι φίλοι είχαν στείλει σύνθετες συνταγές γλυκού ψωμιού, με πολλά μπαχάρια, ενώ το αλάτι το έστελναν σε σκεύη από μασίφ χρυσό· γιατί κι αυτοί δεν ήταν τίποτα παρακατιανοί… «Προβλέπω να μου πέσει πολλή δουλειά εδώ» απείλησε τα παιδιά ο γιατρός με το βλέμμα, δείχνοντας τα γλυκά και, κουνώντας το κε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=