| 19 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΖαν Ζακ Χοφστέντε, ο ποιητής της πόλης, ήταν βέβαιο πως είχε έτοιμα κάμποσα στιχάκια στην τσέπη του για σήμερα. Πολύ νεότερος δεν ήταν από τον Γιόχαν Μπούντενμπροκ τον πρεσβύτερο, ήταν όμως πιο λεπτός, πιο ευκίνητος απ’ τον παλιό του φίλο, είχε μικρά, αεικίνητα, πρασινωπά μάτια και μεγάλη, σουβλερή μύτη, ενώ, με εξαίρεση το πράσινο χρώμα του πανωφοριού του, ήταν ντυμένος με το ίδιο γούστο. «Σας ευχαριστώ θερμά» είπε, αφού έσφιξε το χέρι στους κυρίους κι έκανε μερικές από τις πιο εκλεκτές φιλοφρονήσεις του στις κυρίες – ειδικά στην κυρία προξένου που εκτιμούσε πολύ–, φιλοφρονήσεις που η νέα γενιά είχε γενικά ξεχάσει και που τις συνόδευε μ’ ένα συμπαθητικό, καλοσυνάτο χαμόγελο. «Σας ευχαριστώ πολύ για την ευγενική σας πρόσκληση, αξιότιμοι φίλοι μου. Αυτούς τους δύο νέους» είπε δείχνοντας τον Τομ και τον Κρίστιαν που στέκονταν δίπλα του –γαλάζια ποδιά, δερμάτινη ζώνη και οι δυο τους– «τους συναντήσαμε στην Κένιχ Στράσε, ο γιατρός κι εγώ, καθώς επέστρεφαν από το σχολείο τους. Εξαιρετικά παιδιά… έτσι δεν είναι, κυρία προξένου; Ο Τόμας έχει στιβαρή, σοβαρή διάνοια· επιβάλλεται να γίνει έμπορος, είναι ξεκάθαρο. Ο Κρίστιαν, πάλι, μου φαίνεται πολυτάλαντος και πολυπράγμων, ε; Είναι, πώς να το πω, κάπως απίστευτος… Όμως δεν μπορώ να κρύψω τον θαυμασμό μου. Θα σπουδάσει, πιστεύω· είναι πνευματώδης και με εντυπωσιακά χαρίσματα, γενικά». Ο κύριος Μπούντενμπροκ πήρε τη χρυσή ταμπακιέρα. «Μια μαϊμού είναι! Μήπως να πάει για ποιητής, Χοφστέντε;» Η μαντμαζέλ Γιούνγκμαν τράβηξε τις κουρτίνες· το απαλό τρεμάμενο φως των κεριών στον κρυστάλλινο πολυέλαιο και στις απλίκες στο γραφείο ήταν τώρα κυρίαρχο στην αίθουσα. «Λοιπόν, Κρίστιαν» είπε ο πρόξενος, με τις χρυσαφιές λάμψεις στα μαλλιά του «τι έμαθες σήμερα το απόγευμα;» Ο Κρίστιαν είχε μάθει γραφή, αριθμητική και τραγούδι. Ήταν σχεδόν κωμικό πώς έμοιαζε ήδη στον πατέρα του ο επτάχρο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=