ΟΙ ΜΠΟΥΝΤΕΝΜΠΡΟΚ | 15 όλοι μαζί στο σούρουπο που έπεφτε σιγά σιγά, και περίμεναν τους καλεσμένους… Η μικρή Αντόνιε δεν άφησε τον παππού να της χαλάσει τη βόλτα με το έλκηθρο· κατσούφιασε μόνο λίγο και τέντωσε το πεταχτό πανωχείλι της ακόμα πιο πολύ, σκεπάζοντας το κάτω χείλος. Είχε φτάσει πια στα ριζά του Γερούζαλεμσμπεργκ, όμως δεν κατάφερε να βάλει φρένο, ο δρόμος γλιστρούσε, κι έτσι ξεπέρασε λιγάκι το όριο… «Αμήν» είπε. «Λοιπόν, παππού, ξέρω κάτι!» «Tiens!* Ξέρει κάτι!» αναφώνησε ο ηλικιωμένος άνδρας και καμώθηκε πως τον τρώει η περιέργεια. «Άκουσες, μαμά; Ξέρει κάτι! Δεν μπορεί κάποιος να μου πει…» «Όταν το αστροπελέκι είναι ζεστό» είπε η Τόνι, τονίζοντας κάθε λέξη μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού «τότε πέφτει αστραπή. Αν όμως είναι κρύο, πέφτει βροντή!» Σταύρωσε και τα χέρια και κοιτούσε ένα ένα τα γελαστά πρόσωπα γύρω της, με ύφος ανθρώπου που έχει σίγουρη την απήχηση των λόγων του. Όμως ο κύριος Μπούντενμπροκ θύμωσε μ’ αυτά που άκουσε, ζήτησε να μάθει ποιος είπε στο παιδί αυτές τις σαχλαμάρες και, όταν προέκυψε πως το άτομο αυτό ήταν η Ίντα Γιούνγκμαν, η μαντμαζέλ απ ’ το Μαριένβερντερ, η οποία είχε αναλάβει πρόσφατα τη μικρή, ο πρόξενος χρειάστηκε να την προστατέψει. «Είστε πολύ αυστηρός, μπαμπά. Γιατί να μην μπορεί ένα παιδί να βλέπει τέτοια πράγματα με τον δικό του, παράξενο τρόπο;» «Excusez, mon cher! Mais c ’ est une folie!** Ξέρεις πόσο με απωθεί αυτή η συσκότιση του παιδικού μυαλού! Ακούς εκεί “πέφτει βροντή”! Κεραυνός να πέσει να μας κάψει! Αφήστε με ήσυχο με την Πρωσίδα σας». Το θέμα ήταν ότι ο γέρος δεν πολυσυμπαθούσε την Ίντα Γιούνγκμαν. Όχι πως ήταν στενόμυαλος. Κάτι είχε δει κι αυτός από τον κόσμο· το ’13 είχε ταξιδέψει στη νότια Γερμανία με τέθριππο για να αγοράσει σιτηρά για την Πρωσία –ήταν τότε προμηθευτής του στρατού–, αλλά και στο Άμστερνταμ είχε πάει, και στο Παρίσι, και, ως φωτισμένος * Για δες! ** Συγγνώμη, αγαπητέ μου! Αυτά είναι τρελά πράγματα!
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=