14 | THOMAS ΜΑΝΝ μίσει πρόσφατα, όταν η εταιρεία Γιόχαν Μπούντενμπροκ αγόρασε το ακίνητο. Η χοντρή, ελαστική ταπετσαρία, τοποθετημένη αφήνοντας ένα κενό απ’ τους τοίχους, έδειχνε τοπία που χάνονταν στον ορίζοντα, με απαλά, τρυφερά χρώματα, σαν το λεπτό χαλί που κάλυπτε το πάτωμα, ειδυλλιακές σκηνές στο ύφος του 18ου αιώνα με χαρωπούς τρυγητές, φιλόπονους αγρότες, βοσκοπούλες με χαριτωμένες κορδέλες στα μαλλιά, που καθρεφτίζονταν στο νερό με πάλλευκα αρνάκια στην αγκαλιά τους ή αντάλλασσαν φιλιά με τρυφερά βοσκόπουλα. Το κιτρινωπό ηλιοβασίλεμα, κυρίαρχο στην εικονογράφηση, έδενε αρμονικά με την κίτρινη επίστρωση της λευκής λάκας των επίπλων και τις κίτρινες μεταξωτές κουρτίνες μπροστά από τα δύο παράθυρα. Για το μέγεθός του, το δωμάτιο δεν είχε πολλά έπιπλα. Η ροτόντα με τα λεπτά, ίσια πόδια, που έφεραν διακριτικό χρυσό διάκοσμο, δεν ήταν τοποθετημένη μπροστά από τον καναπέ, αλλά στον αντικρινό τοίχο, απέναντι από το μικρό αρμόνιο, με μια θήκη για φλάουτο πάνω στο καπάκι του. Πέρα από τις στοιχημένες κατά μήκος των τοίχων αριστοκρατικές καρέκλες με μπράτσο, υπήρχαν μόνο ένα μικρό τραπέζι ραπτικής δίπλα στο παράθυρο και απέναντι από τον καναπέ ένα κομψό, πολυτελές σεκρετέρ, με άφθονα μπιμπελό. Μέσα από μια τζαμωτή πόρτα, απέναντι από τα παράθυρα, το βλέμμα διέκρινε το ημίφως μιας αίθουσας με κίονες, ενώ στα αριστερά της εισόδου μια ψηλή, λευκή, δίφυλλη πόρτα οδηγούσε στην τραπεζαρία. Στον άλλο τοίχο, ωστόσο, η σόμπα τριζοβολούσε σε μια ημικυκλική κόγχη πίσω από μια πόρτα από στιλπνό σφυρήλατο σίδερο με λεπτοδουλεμένο διάτρητο σχέδιο. Γιατί τα κρύα είχαν πιάσει νωρίς. Μέσα Οκτώβρη, κι οι μικρές φλαμουριές στην άλλη πλευρά του δρόμου, γύρω απ’ το προαύλιο του ναού της Παναγίας, είχαν ήδη ντυθεί στα κίτρινα· ο άνεμος σφύριζε γύρω από τις στιβαρές γοτθικές γωνίες και τις κόγχες της εκκλησίας· τσουχτερό ήταν και το ψιλόβροχο. Για χάρη της μαντάμ Μπούντενμπροκ της πρεσβύτερης είχαν ήδη τοποθετήσει διπλά παράθυρα. Ήταν Πέμπτη, και κάθε δεύτερη Πέμπτη η οικογένεια είχε ζουρ φιξ· σήμερα όμως ειδικά, εκτός από τα μέλη της οικογένειας που ζούσαν στην πόλη, είχαν καλέσει και μερικούς καλούς φίλους του σπιτιού για ένα πολύ απλό γεύμα· τώρα, λοιπόν, γύρω στις τέσσερις, κάθονταν
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=