ΟΙ ΜΠΟΥΝΤΕΝΜΠΡΟΚ | 13 την πολύ ιδιαίτερη, την τρυφερά λευκή επιδερμίδα με τις διάσπαρτες μικρές φακίδες. Το πιο χαρακτηριστικό όμως στο πρόσωπό της, με την κάπως υπερβολικά μακριά μύτη και το μικρό στόμα, ήταν ότι δεν υπήρχε το συνηθισμένο κοίλωμα ανάμεσα στο κάτω χείλος και το πιγούνι. Ο κοντός κορσές με τα φουσκωτά μανίκια, που συνέχιζε με μια στενή φούστα από αέρινο μετάξι με ανοιχτόχρωμα λουλούδια, αποκάλυπτε έναν λαιμό άψογου κάλλους· πάνω στην ατλαζένια κορδέλα που στόλιζε αυτόν τον λαιμό λαμπύριζε μια σύνθεση από μεγάλα μπριγιάν. Ο πρόξενος έγειρε κάπως νευρικά μπροστά. Φορούσε μια κανελί ρεντιγκότα με φαρδιά πέτα και φουσκωτά μανίκια, που στένευαν απότομα από τον αγκώνα ως τον καρπό, και παντελόνι από λευκό, πλενόμενο ύφασμα· μαύρες φάσες στόλιζαν την εξωτερική πλευρά. H φαρδιά μεταξωτή γραβάτα, τυλιγμένη γύρω από το άκαμπτο, όρθιο κολάρο, όπου φώλιαζε το πιγούνι του, κάλυπτε όλο το άνοιγμα του ζωηρόχρωμου γιλέκου… Είχε τα κάπως βαθουλωτά γαλάζια μάτια και το διεισδυτικό βλέμμα του πατέρα του, αν και η έκφραση των ματιών αυτών ήταν ίσως πιο ονειροπόλα· τα χαρακτηριστικά του όμως είχαν μεγαλύτερη σοβαρότητα, ήταν πιο έντονα, η μύτη προτεταμένη, καμπυλωτή, ενώ τα μάγουλα, με ξανθές, σγουρές λωρίδες γένια στη μέση, δεν ήταν γεμάτα σαν εκείνα του γέρου. Η μαντάμ Μπούντενμπροκ γύρισε προς τη νύφη της, της έσφιξε το μπράτσο και, χαμηλώνοντας το βλέμμα, έκρυψε ένα γελάκι. «Πάντα ίδιος ο αντρούλης μου*, ε, Μπέτσι;» είπε μιμούμενη τη γαλλική προφορά. Η κυρία προξένου κούνησε απειλητικά το λεπτεπίλεπτο χεράκι της με το χρυσό βραχιόλι που κουδούνισε ελαφρά, και συνέχισε με τη γνώριμη κίνηση από τη γωνία των χειλιών ως τα μαλλιά επάνω, σαν να έδιωχνε απ’ το πρόσωπο μια τρίχα που είχε ξεφύγει. «Όμως, πατέρα, πάλι αστειεύεστε με τα Θεία» είπε ο πρόξενος, συνδυάζοντας ένα καλόγνωμο χαμόγελο με μια επίκριση στον τόνο της φωνής του. Η οικογένεια καθόταν στο Δωμάτιο των Τοπίων, στο πρώτο πάτωμα του παλιού, ευρύχωρου σπιτιού στη Μενγκ Στράσε, όπου είχε μετακο * Mon vieux στο πρωτότυπο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=