Οι καταρράκτες - Επετειακή έκδοση

Ο Ι Κ Α Τ Α Ρ Ρ Α Κ Τ Ε Σ 25 µε που σας ανησύχησα· συγχωρήστε µε γι’ αυτό που έγινε· συγχωρήστε µε που δεν την πρόσεχα· συγχωρήστε µε γι’ αυτό που έκανα… Και τώρα βρίσκονταν στην πόλη και οι γονείς του Nτέιβιντ Κοστέλο. Είχαν νοικιάσει δύο δωµάτια σε ένα από τα καλύτε- ρα ξενοδοχεία. Ζούσαν στα περίχωρα του ∆ουβλίνου. O Τόµας, ο πατέρας του ήταν ένας άνθρωπος «οικονοµικά ανεξάρτη- τος», έτσι τον περιέγραφαν, ενώ η µητέρα, η Τερέζα, εργαζό- ταν ως σχεδιάστρια εσωτερικών χώρων. ∆ύο δωµάτια: Στο αστυνοµικό τµήµα του Σεντ Λέναρντ είχαν αναρωτηθεί τι τα χρειάζονταν τα δύο δωµάτια. Και ανε- ξάρτητα, αφού ο Nτέιβιντ ήταν µοναχογιός, για ποιο λόγο έµε- ναν σ’ ένα σπίτι µε οκτώ κρεβατοκάµαρες; Ακόµα περισσότερο είχαν αναρωτηθεί τι δουλειά είχε το Σεντ Λέναρντ σε υπόθεση του Nιου Τάουν. Το αστυνοµικό τµήµα που βρισκόταν πιο κοντά στο διαµέρισµα ήταν αυτό της πλατείας Γκέιφιλντ, είχαν όµως επιστρατευθεί αξιωµατι- κοί και από το Λέιθ, το Σεντ Λέναρντ και το Τόρπικεν. Κατά γενική οµολογία, «κάποιος είχε βάλει τα µεγάλα µέ- σα». «Παρατήστε τα πάντα. Ένα πλουσιοκόριτσο τo ’σκασε». O Ρέµπους συµφωνούσε κατά βάθος. «Θέλεις κάτι;» ρώτησε αυτή τη φορά. «Τσάι; Καφέ;» O Κοστέλο κούνησε το κεφάλι του. «Μπορώ να…;» O Κοστέλο τον κοίταξε. ∆εν φαινόταν να καταλαβαίνει. Ύστερα το συνειδητοποίησε. «Ξέρω πού βρίσκεται, ευχαρι- στώ» είπε ο Ρέµπους. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κοντο- στάθηκε για µια στιγµή στο διάδροµο, χαρούµενος που βρι- σκόταν έξω από το αποπνικτικό σαλόνι. Ένιωθε τα µηνίγγια του να χτυπάνε και αισθανόταν τεντωµένα τα νεύρα των µα- τιών του. Άκουσε φασαρία στο γραφείο. Πέρασε το κεφάλι του στο άνοιγµα της πόρτας.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=