Οι καταρράκτες - Επετειακή έκδοση
I A N R A N K I N 46 O Ρέµπους χαµογέλασε. Ήταν δυο ενήλικοι που κάπνιζαν το τσιγάρο τους και τα λέγανε. Oι µικρές ώρες της νύχτας και τα σχετικά. Η κατάλληλη ώρα για ειλικρίνεια, ο κόσµος κοιµόταν, δεν υπήρχε κανείς να κρυφακούσει. Σηκώθηκε και περπάτησε µέχρι τα ράφια των βιβλίων. «Εσύ και η Φλιπ πώς γνωριστήκατε;» ρώτησε, διαλέγοντας ένα βιβλίο στην τύχη και ξεφυλλίζοντάς το. «Σ’ ένα δείπνο. Ταιριάξαµε αµέσως. Την εποµένη το πρωί, µετά το πρωινό, πήγαµε βόλτα στο νεκροταφείο Γουάριστον. Τότε αισθάνθηκα για πρώτη φορά ότι την αγαπούσα… θέλω να πω ότι δεν επρόκειτο απλώς για µια βραδιά». «Σου αρέσει ο κινηµατογράφος;» ρώτησε ο Ρέµπους. Πα- ρατήρησε ότι ένα ράφι ήταν γεµάτο µε βιβλία για κινηµατο- γραφικές ταινίες. O Κοστέλο κοίταξε πάνω, προς τη µεριά του. «Θα ήθελα να δοκιµάσω να γράψω ένα σενάριο µια µέρα». «Σου το εύχοµαι». O Ρέµπους άνοιξε ένα ακόµα βιβλίο. Έµοιαζε µε σειρά ποιηµάτων για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. «∆εν πήγες στο ξενοδοχείο;» ρώτησε ύστερα από µία παύση. «Όχι». «Είδες όµως τους γονείς σου;» «Nαι». O Κοστέλο τράβηξε µια ακόµα τζούρα, ρουφώντας βαθιά το τσιγάρο του. Συνειδητοποίησε ότι δεν είχε σταχτοδο- χείο και έριξε µια µατιά γύρω του για κάτι κατάλληλο: κηρο- πήγια, ένα για τον Ρέµπους και ένα για αυτόν. Καθώς αποµα- κρύνθηκε από τα ράφια µε τα βιβλία, το πόδι του Ρέµπους ακούµπησε κάτι ξυστά: ένα µεταλλικό στρατιωτάκι, όχι µεγα- λύτερο από τρεις πόντους. Έσκυψε να το µαζέψει. Το τουφέκι του είχε ξεκολλήσει, ενώ το κεφάλι είχε γείρει στη µια µεριά. ∆εν θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο γι’ αυτό. Πριν ξανακαθί- σει το τοποθέτησε διακριτικά σ’ ένα ράφι. «Ακύρωσαν, λοιπόν, τη δεύτερη κράτηση;» «Κοιµούνται σε χωριστά δωµάτια, επιθεωρητή». O Κοστέ-
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=