Οι καταρράκτες - Επετειακή έκδοση
I A N R A N K I N 40 χωρίς να κοιτάζει ψηλά στο παράθυρο του πρώτου ορόφου. Oι δρόµοι ήταν έρηµοι, τα πεζοδρόµια γυάλιζαν από τη βροχή που είχε πέσει νωρίτερα και τα φώτα του δρόµου αντανακλόνταν στην επιφάνειά τους. Τα παπούτσια του Ρέµπους ήταν το µο- ναδικό πράγµα που ακουγόταν, καθώς ξεκίνησε την ανάβαση στην πλαγιά του λόφου: οδός Κουίνς, οδός Τζορτζ, οδός Πρίν- σις και ύστερα η γέφυρα Nορθ. O κόσµος επέστρεφε από τις παµπ ψάχνοντας για ταξί και φίλους που είχαν ξεστρατίσει. O Ρέµπους έστριψε αριστερά στο Τρον Κερκ και κατευθύνθηκε προς το Κανονγκέιτ. Ένα περιπολικό ήταν σταθµευµένο δίπλα στο πεζοδρόµιο και µέσα βρίσκονταν δυο γνωστοί του: ο ένας ήταν ξύπνιος, ο άλλος κοιµόταν. Ήταν αστυνοµικοί από το Γκέι φιλντ, και είτε είχε λάχει σε αυτούς η αγγαρεία είτε ο διοικητής τούς είχε στο µάτι: δεν υπήρχε άλλη εξήγηση για αυτή την άχαρη νυκτερινή βάρδια. Για τον έναν από τους δύο που πα- ρέµενε ξύπνιος ο Ρέµπους ήταν ένας ακόµα περαστικός διαβά- της. Μπροστά του είχε µια διπλωµένη εφηµερίδα, στραµµένη προς το λίγο φως που υπήρχε. Όταν ο Ρέµπους χτύπησε µε τη γροθιά του την οροφή του περιπολικού, η εφηµερίδα τινάχτηκε ψηλά και προσγειώθηκε πάνω στο κεφάλι αυτού που κοιµόταν. Αυτός πετάχτηκε πάνω, και γράπωνε τα φύλλα που έπεφταν. Μόλις άνοιξε το παράθυρο του συνοδηγού, ο Ρέµπους έσκυψε στο πλάι. «Μία η ώρα, ώρα για τον έλεγχο, κύριοι». «Με είχε σχεδόν πάρει ο ύπνος» είπε ο συνοδηγός, προ- σπαθώντας να µαζέψει την εφηµερίδα του. Το όνοµά του ήταν Πατ Κόνολι και είχε περάσει τα πρώτα του χρόνια στο Σώµα προσπαθώντας να αποτινάξει από πάνω του το παρατσούκλι «βλάχος» από την Ιρλανδία. O συνάδελφός του ήταν ο Τόµι Nτάνιελς, που έδειχνε συµφιλιωµένος —όπως ήταν γενικότερα µε όλα— µε το δικό του παρατσούκλι «O Αγέρωχος». Καθώς είχε ξυπνήσει τόσο απότοµα, βλέποντας και αναγνωρίζοντας τον Ρέµπους, το µόνο που έκανε ήταν να τον λοξοκοιτάξει.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=