Οι καταρράκτες - Επετειακή έκδοση
Ο Ι Κ Α Τ Α Ρ Ρ Α Κ Τ Ε Σ 39 «Ποιος είστε;» ρώτησε ο Ρέµπους. O άντρας έβγαλε το χέρι από την τσέπη του φέρνοντάς το στο αυτί του. Κρατούσε ένα κινητό. «Παίρνω την αστυνοµία» είπε. «Αστυνοµικός είµαι». O Ρέµπους έχωσε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε την ταυτότητά του. «Επιθεωρητής Ρέµπους». O άντρας εξέτασε την ταυτότητα και την επέστρεψε. «Είµαι ο Τζον Μπάλφουρ» είπε· η φωνή του είχε αµβλυνθεί κάπως. O Ρέµπους κούνησε το κεφάλι· το ’χε ήδη καταλάβει. «Λυπάµαι αν…». O Ρέµπους δεν ολοκλήρωσε τη φράση του. Καθώς έβαζε την ταυτότητα στη θέση της, το αριστερό του γόνατο προς στιγµή τρέκλισε. «Έχετε πιει» είπε ο Μπάλφουρ. «Με συγχωρείτε, έχετε δίκιο. Είχαµε γιορτή για τη συντα- ξιοδότηση ενός συναδέλφου. Πάντως δεν βρίσκοµαι εν ώρα υπηρεσίας αν εννοείτε κάτι τέτοιο». «Nα σας ρωτήσω τότε τι κάνετε στο διαµέρισµα της κόρης µου;» «Ασφαλώς» συµφώνησε ο Ρέµπους. Κοίταξε γύρω του. «Ήθελα απλώς… δηλαδή σκόπευα να…» δεν µπορούσε να βρει τι να πει. «Θα σας παρακαλούσα να φύγετε». O Ρέµπους έσκυψε λίγο το κεφάλι του. «Βεβαίως». O Μπάλφουρ έκανε στο πλάι έτσι ώστε ο Ρέµπους να τον προ- σπεράσει χωρίς να έρθουν σε επαφή. O Ρέµπους κοντοστάθηκε στο διάδροµο, µισοστράφηκε έτοιµος να δώσει περισσότερες εξηγήσεις, αλλά ο πατέρας της Φιλίπα Μπάλφουρ είχε πάει στο παράθυρο του σαλονιού και αγνάντευε έξω τη νύχτα µε τα χέρια του γαντζωµένα και στις δυο πλευρές της κάσας του παραθύρου. Κατέβηκε ήσυχα τις σκάλες, σχεδόν νηφάλιος πια, και έκλεισε την πόρτα της εισόδου χωρίς να κοιτάζει πίσω του,
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=