Οι καταρράκτες - Επετειακή έκδοση

I A N R A N K I N 38 σε και κάθισε κάτω. Έκλεισε για µια στιγµή τα µάτια του. Εξαφανισµένα Πρόσωπα: Καµιά φορά ανησυχούσες άδικα· εί- τε εµφανίζονταν τελικά από µόνα τους είτε δεν επιθυµούσαν να βρεθούν. Ήταν τόσοι πολλοί… οι φωτογραφίες και οι περι- γραφές έκαναν πάντα τον κύκλο του γραφείου, τα πρόσωπα όχι καλά εστιασµένα από το φακό, σαν να µεταµορφώνονταν σταδιακά σε φαντάσµατα. Άνοιξε τα µάτια του διάπλατα και τα έστρεψε στο ταβάνι µε την περίτεχνη γυψοδιακόσµηση. Το Nιου Τάουν διέθετε στα σίγουρα ευρύχωρα διαµερίσµατα, αλ- λά ο Ρέµπους προτιµούσε την περιοχή όπου έµενε: περισσότε- ρα µαγαζιά, όχι και τόσο περιποιηµένο µέρος… Το Ardbeg, κάποιος πρέπει να το είχε «πειράξει». Μάλλον δεν θα ξανάπινε απ’ αυτό. Το ποτό θα έφερνε µαζί και το φά- ντασµα που το συνόδευε. Αναρωτιόταν τι είχε συµβεί στο αγό- ρι: Ήταν άραγε ατύχηµα ή προµελετηµένη ενέργεια; Το παιδί θα ήταν πια γονιός και το ίδιο, ίσως και παππούς ακόµα. Nα ονειρευόταν ακόµη την αδελφή που είχε σκοτώσει; Nα θυµό- ταν τον νεαρό νευρικό ένστολο που στεκόταν πίσω από το γραφείο της εισόδου; O Ρέµπους έσυρε τα χέρια του πάνω στο πάτωµα. Ήταν σκέτο ξύλο, στιλβωµένο. Ακόµη δεν είχαν αφαι- ρέσει τα ξύλινα πλαίσια. Ένιωσε ένα κενό ανάµεσα σε δύο σανίδες και έχωσε µέσα τα νύχια του χωρίς όµως να καταφέρει να πιαστεί γερά. Χωρίς να το καταλάβει, έριξε το ποτήρι, που άρχισε να κυλάει κατακλύζοντας το δωµάτιο µε θόρυβο. O Ρέµπους το παρακολούθησε ώσπου έφτασε στην είσοδο και την πορεία του τη σταµάτησαν δυο πόδια. «Τι στο διάβολο συµβαίνει εδώ;» O Ρέµπους σηκώθηκε όρθιος. O άντρας µπροστά στα µάτια του ήταν περίπου στα σαράντα πέντε του, είχε τα χέρια στις τσέπες και φορούσε ένα µαύρο µάλλινο πανωφόρι που έφτανε έως τα γόνατα. O άντρας άλλαξε κάπως τη στάση του φράζο- ντας την είσοδο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=