Οι καταρράκτες - Επετειακή έκδοση

I A N R A N K I N 36 «Πρέπει να κάνουµε ντουέτο: “Έχω µια Τρύπα στον Κουβά µου”». «Μάλλον θα ’µασταν οι µόνοι µασκαράδες που θα ’ξεραν τους στίχους». O Χόγκαν χαχάνισε. «Θυµάσαι την εποχή που ήµασταν εµείς τα νεαρά στραβάδια;» «Την έχω ξεχάσει από καιρό» είπε ο Ρέµπους, σχεδόν µο- νολογώντας. O Χόγκαν πίστεψε πως παράκουσε, αλλά ο Ρέµπους κούνησε απλώς το κεφάλι. «Λοιπόν, ποιος έχει πάρει σειρά για τον χαρούµενο απο- χαιρετισµό του πενηντάρη;» ρώτησε ο Χόγκαν, έτοιµος να βγει πάλι έξω. «Όχι εγώ» δήλωσε ο Ρέµπους. «Όχι;» O Ρέµπους σκούπιζε πάλι το λαιµό του. «∆εν µπορώ να βγω στη σύνταξη Μπόµπι, κάτι τέτοιο θα µε σκότωνε». O Χόγκαν ξεφύσηξε. «Κι εγώ µια από τα ίδια. Εµένα όµως µε σκοτώνει και η δουλειά». Oι δύο άντρες παρατήρησαν ο ένας τον άλλον για λίγη ώρα. Ύστερα ο Χόγκαν έκλεισε το µάτι και τράβηξε απότοµα την πόρτα. Μπήκαν πάλι στη ζέστη και τη φασαρία, κι ο Χόγκαν άνοιξε διάπλατα τα χέρια του για να υποδεχτεί έναν παλιό φίλο. Ένας από τους κολλητούς του «Αγρότη» έσπρωξε ένα ποτήρι στη µεριά του Ρέµπους. «Ardbeg, σωστά;» O Ρέµπους έγνεψε καταφατικά και έγλειψε λίγες σταγόνες που έπεσαν στην πίσω µεριά του χεριού του, στη συνέχεια, έφερε στο µυαλό του την εικόνα ενός νεαρού αγοριού που ετοιµαζόταν να ανακοινώσει κάτι, ύψωσε το ποτήρι του και το ξανακατέβασε. Έβγαλε τα κλειδιά από την τσέπη του και ξεκλείδωσε την πόρτα της κύριας εισόδου του κτιρίου. Τα κλειδιά έλαµπαν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=