Οι καταρράκτες - Επετειακή έκδοση

I A N R A N K I N 32 Ήταν η σειρά του Ρέµπους να χαµογελάσει. Ύψωσε το πο- τήρι του και ευχήθηκε στον προϊστάµενό του. Ήπιαν και οι δύο µια γουλιά από το ποτό τους και ο «Αγρότης» πλατάγισε τα χείλη του. «Για πόσο ακόµη το βλέπεις;» ρώτησε. O Ρέµπους σήκωσε τους ώµους του. «∆εν έχω ακόµη κλεί- σει τα τριάντα». «∆εν σου µένουν πολλά όµως, έτσι δεν είναι;» «∆εν τα µετράω». Έλεγε ψέµατα: το σκεφτόταν αρκετές εβδοµάδες. Το τριάντα σήµαινε τριάντα χρόνια υπηρεσίας. Τότε έπαιρνες πλήρη σύνταξη. Ήταν η στιγµή για την οποία ζούσαν πολλοί αξιωµατικοί: συνταξιοδότηση στα πενήντα τους και ένα εξοχικό δίπλα στη θάλασσα. «Θα σου πω µια ιστορία που δεν την έχω πει σε πολλούς» είπε ο «Αγρότης». «Την πρώτη µου εβδοµάδα στο Σώµα µε εί- χαν βάλει να δουλέψω στο γραφείο, αξιωµατικός υπηρεσίας, η βάρδια-κοιµητήριο. Μπαίνει µέσα τότε ένας µικρός —δεν θα ’ταν ούτε στην εφηβεία του— και µου ’ρχεται ίσα στο γραφείο. «Τσάκισα τη µικρή µου αδελφή» µου λέει. Το βλέµµα του «Αγρότη» χάθηκε. «Τον θυµάµαι σαν και τώρα, πώς ήτανε, τα ακριβή του λόγια… “Τσάκισα τη µικρή µου αδελφή”. ∆εν είχα ιδέα τι προσπαθούσε να µου πει. Όπως αποδείχτηκε, την είχε σπρώξει από τις σκάλες, την είχε σκοτώσει». Έκανε µια παύση και ρούφηξε µια ακόµα γουλιά ουίσκι. «Η πρώτη µου εβδοµάδα στο Σώµα. Ξέρεις τι µου είπε ο διοικητής µου; “Αποδώ κι εµπρός µπορεί µόνο να πάει καλύτερα». Προσπάθησε να χαµογελάσει. «Ποτέ δεν πείστηκα τελείως ότι είχε δίκιο…». Ξαφνικά σήκωσε τα χέρια στον αέρα και το χαµόγελό του πλάτυνε και έγινε γέ- λιο. «Nάτηνε! Nάτηνε! Πάνω που νόµιζα ότι θα µ’ έστηνε». Η αγκαλιά του κόντεψε να πνίξει την επιθεωρητή Τζιλ Τέµπλερ. O «Αγρότης» τής έσκασε ένα φιλί στο µάγουλο. «Μήπως είσαι η κοπελιά που θα κάνει τα κόλπα στην πίστα;»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=