ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΝΟΤΙΑ 21 «Θέλεις βοήθεια με το βάζο;» ρωτάει με γυρισμένη την πλάτη. Κατεβάζω βιαστικά το βλέμμα. Με έχει βοηθήσει πολλές φορές να το ανοίξω, όμως εξακολουθώ να ντρέπομαι. Το ότι φυλάω ένα σάλι της συζύγου μου που πάσχει από άνοια σε ένα βάζο για να θυμάμαι τη μυρωδιά της είναι αξιολύπητο. Γι’ αυτό, το γνωρίζει μόνο η Ίνγκριντ. Ακόμα κι εσένα θα σε ντρεπόμουν. Δεν ήμασταν από κείνους που μιλούν τρυφερά μεταξύ τους. Δεν χρειαζόμασταν τέτοια πράγματα. Η Ίνγκριντ στρίβει το καπάκι και αυτό μου αρκεί. Γυρίζει την πλάτη και συνεχίζει να σκουπίζει τον πάγκο της κουζίνας. Πιάνω το σάλι και παίρνω μια βαθιά εισπνοή μέσα από τις ίνες του υφάσματος. Κλείνω τα μάτια και αφήνω τα βλέφαρά μου να αιχμαλωτίσουν την αίσθηση καύσου. Κανένας δεν βρέθηκε να πει ότι είναι φυσιολογικό να δακρύζουν τα μάτια με την ηλικία. Ότι τα δάκρυα συνοδεύουν τις περισσότερες αναμνήσεις. Αγόρασες το σάλι σε μια ανοιξιάτικη υπαίθρια αγορά στην πόλη, όταν ο Χανς ήταν τόσο μικρός που ούτε καν περπατούσε. Καθόταν στο καροτσάκι που μας είχαν δώσει οι γείτονες από την απέναντι πλευρά του επαρχιακού δρόμου. Θυμάμαι ότι είχε μεγάλες ρόδες, είχες πει πως ήταν μια χαρά
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=