LISA RIDZÉN 22 για τους χαλικόδρομους της περιοχής. Στην αρχή, το σάλι ήταν βυσσινί, αλλά με τα χρόνια το γέμισες με μικρά μπαλώματα από διάφορα χρώματα. Όταν είχε κρύο το τύλιγες στον λαιμό σου, αν ήταν πιο ζεστά, το κατέβαζες γύρω από τους ώμους. «Δεν θα το πάρεις μαζί σου;» σε ρώτησα όταν βγήκες για τελευταία φορά από την εξώπορτά μας, τότε που ο Χανς σε βοήθησε να ετοιμάσεις τη βαλίτσα σου για το Μπρουνκουλαγκόρντεν. Γύρισες και με κοίταξες και για μια στιγμή νόμιζα ότι με καταλάβαινες, ότι θα έλεγες ευχαριστώ και θα χαμογελούσες, όπως έκανες όταν θυμόμουν κάτι που είχες ξεχάσει. Το βλέμμα σου όμως έκρυβε μόνο απορία. Σαν να κρατούσα ένα ξένο αντικείμενο στο χέρι μου. Δεν τολμώ να αφήσω το σάλι έξω από το βάζο για πολλή ώρα, δεν θέλω να χαθεί η μυρωδιά. Τώρα μυρίζεις πολύ διαφορετικά, σου βάζουν άλλα σαπούνια και κρέμες. Η άνοια δεν άλλαξε μόνο τον εγκέφαλό σου. Χώνω μέσα το σάλι και καταφέρνω να κλείσω το καπάκι, το βίδωμα είναι ευκολότερο από το ξεβίδωμα. Αφήνω το βάζο στο τραπέζι για να το σφίξει καλύτερα η Ίνγκριντ και ακουμπάω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι. Ο ήχος του πλυσίματος των πιάτων είναι νανουριστικός. Χάνομαι στη φωτιά, και μόλις που ακούω
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=