LISA RIDZÉN 20 που έφυγες. Από τότε που μου έριξες εκείνο το μπερδεμένο βλέμμα, όταν ο γιος μας ήρθε και σε πήρε. Είχε πει ότι ήρθε η ώρα να φύγετε και ότι εκεί που θα πήγαινες θα ήταν καλύτερα για σένα. Κατάλαβα ότι δεν τον πίστευες. Ότι προτιμούσες να μείνεις εδώ, μαζί μου, όπου όλα σου ήταν γνώριμα. Σε κοίταξα και το μόνο που ήθελα ήταν να μείνεις. Αλλά πήρα το χέρι σου, το χάιδεψα απαλά και είπα: «Ο Χανς έχει δίκιο, θα είναι πολύ καλύτερα για σένα εκεί». Ολόκληρο το σώμα μου αντιδρούσε, όμως ήξερα ότι δεν μπορούσα να σε φροντίσω. Κοιτάζω το βάζο πάνω στο τραπέζι, και μετά την Ίνγκριντ. Δεν μπορώ να το ανοίξω μόνος μου, τα δάχτυλά μου είναι πολύ αδύναμα και άκαμπτα για να περιστρέψουν το καπάκι. Είναι ακόμα τεράστια, σαν καπάκι λεκάνης, αλλά η δύναμή τους έχει εξασθενίσει και δεν μπορώ να τα λυγίσω. «Τα πρησμένα δάχτυλα είναι κάτι φυσιολογικό για την ηλικία σου και για το ιατρικό ιστορικό σου» μου εξήγησε ο γιατρός την τελευταία φορά που ήμουν εκεί. Η Ίνγκριντ προσπάθησε να βρει ένα βάζο που να ανοίγει ευκολότερα και την ίδια στιγμή να κλείνει σφιχτά ώστε να μη χαθεί η μυρωδιά, αλλά ούτε αυτό το κατάφερα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=