Οι γερανοί πετούν νότια

ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΝΟΤΙΑ 15 Όπως είμαι ξαπλωμένος σε ένα από τα παλιά πλεκτά ριχτάρια σου, αλλάζω στάση στα πόδια μου και κοιτάζω την Ίνγκριντ. Σίγουρα θα έχει καλά παιδιά. Ευγενικά και καλοαναθρεμμένα. Απλώνω το χέρι για να φτάσω το ποτήρι με τον πολτό κράταιγου που έχει αφήσει στο τραπέζι της κουζίνας. Το δροσερό, παχύρρευστο υγρό γεμίζει το στόμα μου. Ο πολτός κράταιγου είναι ένα από τα λίγα πράγματα που μου αρέσουν ακόμα. Πολλά φαγητά έχουν αλλάξει γεύση. Τα γλυκά με σαντιγί έχουν γεύση μούχλας. Βέβαια, ο Χανς επιμένει να μου φέρνει τούρτα κάθε τόσο. «Είσαι πολύ αδύνατος» λέει, σαν να φταίω εγώ που οι μύες εξαφανίζονται. Λες και κατασκεύασα εγώ αυτό το άχρηστο σώμα που γερνάει. Ακουμπάω το ποτήρι πίσω στο τραπέζι και σαρώνω με το κάτω χείλος ό,τι κόλλησε στο μουστάκι μου. Η Ίνγκριντ πάει στη σόμπα και βάζει μερικά καυσόξυλα. Ξέρει από ξύλα. Έχουν μαζί με τον αδελφό της μια μηχανή κοπής που τεμαχίζει το ξύλο και ταυτόχρονα το κόβει στη μέση. Ζυγίζει δώδεκα τόνους. Δεν γνώριζα προσωπικά τους γονείς της, αλλά ξέρω ποιοι ήταν. Και οι δύο πέθαναν νωρίς και η Ίνγκριντ ανέλαβε το αγρόκτημα. Κάποιοι από το προσωπικό δεν ξέρουν πώς να ανάβουν φωτιά. Βάζουν το προσάναμμα αποκάτω

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=