Οι γερανοί πετούν νότια

ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΝΟΤΙΑ 13 δεν δίσταζα, πάντοτε ήξερα τι θέλω, και μπορούσα να διακρίνω το σωστό από το λάθος. Μπορώ ακόμα να το κάνω, όμως έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι. Έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι γιατί έγινε ό,τι έγινε. Σκέφτομαι τη μητέρα και τον γέρο με τρόπο διαφορετικό από κάθε άλλη φορά. Αλλά κυρίως σκέφτομαι τον Χανς, δεν θέλω η σχέση μας να είναι σαν τη δική μου με τον γέρο. Μετά έγινε η κουβέντα για τον Σίξτεν και εξοργίστηκα τόσο πολύ, που δεν με χωράει ο τόπος. Επειδή, αν μου τον πάρει, δεν θα μπορώ να κάνω τίποτα για να φτιάξω τα πράγματα. «Θα τον πάω μια βολτούλα το μεσημέρι» λέει η Ίνγκριντ και κλείνει αποφασιστικά το σημειωματάριό της. Τα μικρά του μάτια λάμπουν. Έχει και αυτή σκυλί και αναστατώνεται και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να μου τον πάρουν. Περνάει το ένα της χέρι μέσα στα γκρίζα της μαλλιά και βγάζει το κουτί με τη δοσολογία των φαρμάκων. Ελέγχει ότι τα χάπια είναι σωστά. Για την καρδιά και για ό,τι άλλο αυτό συνεπάγεται. «Ευχαριστώ» απαντώ και πίνω μια γουλιά τσάι. Αν είχαμε κόρη, θα ήθελα να είναι η Ίνγκριντ. Στο σχολείο πήγαινε στην ίδια τάξη με τον Χανς, αλλά σε άλλο τμήμα. Ο παππούς της δούλευε πριονιστής στο Ρανβίκεν μαζί με τον γέρο μου.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=