Μπαουμγκάρτνερ

Μ Π Α Ο Υ Μ Γ Κ Α Ρ Τ Ν Ε Ρ 11 ή, πάλι, εάν όχι έτσι, πολύ απλά, ως η δύναμη μιας καταυ- γασμένης ατομικότητας , η ανθρώπινη ζωτικότητα σε όλο της το παλλόμενο μεγαλείο, που εκλύεται από μέσα προς τα έξω σε έναν περίπλοκο, ζευγαρωτό χορό συναισθήματος και σκέψης – κάτι τέτοιο ίσως, αν κάτι τέτοιο βγάζει νόημα, μα, όπως κι αν θέλει να το ονομάσει κανείς αυτό το πράγμα που είχε η Άννα, το έχει και ηΜόλι. Γι’ αυτό και οΜπαουμ­ γκάρτνερ έχει αποκτήσει το συνήθειο ναπαραγγέλνει βιβλία που δεν χρειάζεται και δεν θα ανοίξει ποτέ, βιβλία που θα δωρίσει τελικά στη δημόσια βιβλιοθήκη της περιοχής του, αποκλειστικά και μόνο για να περνάει ένα δυο λεπτά συ- ντροφιά με τη Μόλι κάθε φορά που εκείνη χτυπάει το κουδούνι για να του παραδώσει ένα από αυτά. Καλημέρα, καθηγητά, λέει η γυναίκα, χαμογελώντας του μ’ ένα χαμόγελο φωτεινό σαν ευλογία. Έχετε πάλι βι- βλίο. Σ’ ευχαριστώ, Μόλι, λέει ο Μπαουμγκάρτνερ, ανταπο- δίδοντάς της το χαμόγελο καθώς εκείνη του παραδίδει το λεπτό καφετί πακέτο. Πώς πάνε τα πράγματα σήμερα; Είναι νωρίς ακόμη −πολύ νωρίς για να πω με σιγουριά−, μέχρι στιγμής όμως μάλλον καλύτεραπαρά χειρότερα. Είναι δύσκολο να ’χεις τις μαύρες σου μια τόσο όμορφη μέρα. Η πρώτη καλή μέρα της άνοιξης – η καλύτερη μέρα του χρόνου. Ας την απολαύσουμε τώρα που μπορούμε, Μόλι. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει η επόμενη στιγμή. Πες το ψέματα, απαντάει η Μόλι. Βγάζει ένα κοφτό, συνωμοτικό γελάκι κι ύστερα, προτούαυτός σκεφτεί κάποια έξυπνη ή διασκεδαστική ανταπάντηση που θα παρέτεινε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=