Μπαουμγκάρτνερ

Μ Π Α Ο Υ Μ Γ Κ Α Ρ Τ Ν Ε Ρ 35 ζί του όλα αυτά τα χρόνια, ώσπου τελικά παρέδωσε το πνεύμα σήμερα το πρωί. Πέρασαν οκτώ μήνες μέχρι να την ξανασυναντήσει, τυ- χαία, αλλά φυσικά και την θυμόταν και για λόγους που εξακολουθούν να του είναι ακατανόητοι τον θυμόταν κι εκείνη, κι ύστερα έγινε η αρχή, λίγο λίγο έγινε η αρχή, ώσπου παντρεύτηκαν πέντε χρόνια αργότερα και άρχισε η αληθινή του ζωή, η μία και μοναδική του ζωή, που κράτη- σε ως τη στιγμή που εκείνη έτρεξε να μπει στα νερά του Κέιπ Κοντ πριν από εννιά καλοκαίρια και έπεσε πάνω στο άγριο, τερατώδες κύμα που της τσάκισε την πλάτη και την σκότωσε, και από εκείνο το απομεσήμερο, από εκείνο το απομεσήμερο − όχι , μονολογεί ο Μπαουμγκάρτνερ, δεν πρέπει να το σκέφτεσαι αυτό τώρα, άχρηστο σάψαλο, χώ- νεψέ το και πάρε τα μάτια σου απ’ το κατσαρόλι, παλιομα- λάκα, γιατί θα σε καρυδώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Και ο Μπαουμγκάρτνερ παίρνει τα μάτια του απ’ το κα- τσαρόλι στο πάτωμα και γυρίζει να κοιτάξει έξω στην αυλή, που δεν είναι παρά ένα κομμάτι απεριποίητου γρασιδιού με μια έρμη κρανιά, όχι ανθισμένη ακόμα, αν και πάνω της έχουν αρχίσει να ξεπετάγονται κάποια μπουμπούκια, και να, κοίτα τώρα, λέει από μέσα του, ένας κοκκινολαίμης έχει προσγειωθεί στο χορτάρι, το δίχως άλλο για να χτενίσει την περιοχή και να κυνηγήσει σκουλήκια, κι εκεί, κοίτα, βρήκε ένα, το τραβάει έξω με το ράμφος του κι ύστερα, φλαπ , το πετάει πάνω στο χορτάρι και χοροπηδάει γύρω του για μερικά δευτερόλεπτα για να κοιτάξει άλλα πράγματα κι ύστερα, ξαφνικά, χιμάει πάλι μ’ ένα σάλτο στο σκουλήκι

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=