Μπαουμγκάρτνερ

Μ Π Α Ο Υ Μ Γ Κ Α Ρ Τ Ν Ε Ρ 21 που το πόδι του θα πατήσει στο τελευταίο σκαλοπάτι, ο Μπαουμγκάρτνερ αφήνεται απρόθυμα να πειστεί να προ- πορευτεί. Τα σκαλιά προς το υπόγειο είναι ετοιμόρροπα, καθόλου σταθερά, άλλο ένα πράγμα που ο Μπαουμγκάρτνερ έχει υποσχεθεί στον εαυτό του να επισκευάσει και δεν έχει επι- σκευάσει ακόμη, κι ας έχουν περάσει χρόνια που δίνει την ίδια υπόσχεση με το ίδιο αίσθημα ειλικρινούς αποφασιστι- κότητας, διότι ποτέ δεν του περνούν απ’ το μυαλό τα σκα- λιά ως τη στιγμή που αποφασίζει να κατέβει στο υπόγειο και, μόλις τα ανέβει πάλι και κλείσει την πόρτα, τα ξεχνάει τελείως. Τώρα, χωρίς φως από πάνω του να φωτίζει τη σκάλα και με μοναδική βοήθεια τον φακό του Εντ πίσω του, ο Μπαουμγκάρτνερ πάει να κρατηθεί επιφυλακτικά από την ξύλινη κουπαστή, που είναι γεμάτη σκλήθρες, μα δεν προφταίνει να σφίξει το χέρι του γύρω της και η καψαλι- σμένη παλάμη και τα δάχτυλά του κεντρίζονται από χιλιά- δες φασματικές ακίδες − σαν να καίγονται ξανά. Αμέσως τραβάει το χέρι του και, καθώς δεν υπάρχει κουπαστή στα αριστερά του, δεν έχει πια από πού να πιαστεί, και πάλι όμως, σίγουρος ότι γνωρίζει καλά αυτά τα σκαλιά, έχοντας ζήσει σ’ αυτό το σπίτι για τόσο πολλά χρόνια, αποτολμάει ένα πρώτο βήμα προς τα κάτω, του ξεφεύγει το σανίδι για δυο πόντους, χάνει την ισορροπία του μες στο σκοτάδι και κατρακυλάει στη βάση της σκάλας, χτυπώντας τον έναν αγκώνα, χτυπώντας μετά και τον άλλο και τσακίζοντας στη συνέχεια το δεξί του γόνατο πάνω στο σκληρό τσιμεντένιο δάπεδο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=