Μπαουμγκάρτνερ

Μ Π Α Ο Υ Μ Γ Κ Α Ρ Τ Ν Ε Ρ 15 πέφτουν σε ένα βουνό ροκανίδια στο πάτωμα. Βλέπει το αίμα να κυλάει από τα γυμνά, γδαρμένα κολοβώματα. Ακούει την κραυγή του κυρίου Φλόρες. Εντέλει λέει:Μην ανησυχείς, Ροζίτα. Το ξέρω ότι ακού- γεται φριχτό, αλλά οι γιατροί μπορούν να το φτιάξουν. Ξέ- ρουν πώς να ράψουν τα δάχτυλα του πατέρα σου στο χέρι του, κι ώσπου να πας πάλι στο σχολείο το φθινόπωρο, θα είναι μια χαρά. Αλήθεια; Ναι, αλήθεια. Το ορκίζομαι. Επειδή το κορίτσι είναι μόνο στο σπίτι κι επειδή έχει εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση καθαρού, παραλυτικού πα- νικού από την ώρα που η μητέρα του έφυγε για το νοσο- κομείο, ο Μπαουμγκάρτνερ συνεχίζει να του μιλάει για άλλα δέκα λεπτά. Κάποια στιγμή προς το τέλος της συζή- τησης καταφέρνει μάλιστα να του αποσπάσει κάτι που μοιάζει με γέλιο και, όταν τελικά κλείνουν το τηλέφωνο, αυτό που μένει στο μυαλό του είναι εκείνο το ανεπαίσθητο, υποτυπώδες γέλιο, γιατί είναι σχεδόν σίγουρος ότι αυτό θα ξεχωρίσει ως το πιο σημαντικό πράγμα που θα έχει πετύχει όλη μέρα. Πάντως οΜπαουμγκάρτνερ έχει ταραχτεί. Τραβάει μια καρέκλα και κάθεται, στυλώνοντας τα μάτια στον μαύρο δακτύλιο ενός παλιού λεκέ από κάποιο φλιτζάνι του καφέ καθώς διατρέχει τη σκηνή στο μυαλό του. ΟΆνχελ Φλόρες, ένας έμπειρος ξυλουργός σαράντα οκτώ ετών, εν μέσωμιας δουλειάς που έχει εκτελέσει επανειλημμένως και με επιτυ- χία στο πέρασμα πολλών χρόνων, αίφνης κι ανεξήγητα κά-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=