18 CAMILLA LACKBERG Από παιδί ακόμη ήταν νυχτοπούλι, προς μεγάλη απόγνωση των γονιών της. Αλλά στα χρόνια με τον Τάγκε εκείνες οι προχωρημένες νύχτες είχαν αποκτήσει εντελώς διαφορετικό νόημα. Εκείνος έπεφτε ξερός σχεδόν πάντα γύρω στις εννιά, σχεδόν πάντα στην πολυθρόνα, όπου περνούσε τις περισσότερες ώρες μετά τη δουλειά. Κατέληξε να μισεί εκείνη την πολυθρόνα. Από εκεί που αυτός καθόταν έβλεπε όλο το ισόγειο: το καθιστικό, την κουζίνα και τη μικρή τραπεζαρία. Και την ίδια. Ποτέ της δεν ήξερε πότε θα πεταγόταν όρθιος από την πολυθρόνα. Επειδή νόμιζε πως εκείνη είχε κάνει ή δεν είχε κάνει κάτι. Μερικές φορές αρκούνταν σε ένα χαστούκι. Κάποιες φορές όμως χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο. Δεν τον πρόδιδε. Για διάφορους λόγους. Για χατίρι των παιδιών. Επειδή ντρεπόταν. Επειδή τον είχε παντρευτεί παρότι όλοι τη θερμοπαρακαλούσαν να μην το κάνει. Επειδή ήξερε ότι θα τη σκότωνε αν είχε προβεί σε καταγγελία. Παρά την κατάσταση αυτή, είχε αφήσει την πολυθρόνα εκεί που ήταν. Για τριάντα χρόνια. Τα παιδιά είχαν ήδη περάσει από εκεί και είχαν ρωτήσει για το σπίτι. Ξαφνιάστηκε που περίμεναν τόσο πολύ. Έναν μήνα αφότου έσπασε το ισχίο της και συνειδητοποίησε πως δεν θα μπορούσε πια να μένει στο σπίτι. Τότε είχαν αρχίσει να την τριγυρίζουν σαν γύπες. Τριγυρίσματα που τα είχαν μεταμφιέσει σε φροντίδα. Ήθελαν να μετακομίσει στο γηροκομείο. Είναι τόσο ωραία εκεί, είπαν. Θα είχε περισσότερη παρέα και δεν θα ήταν τόσο μόνη, είπαν. Έπρεπε να χαίρεται που δεν της είχαν προτείνει να πάει στο Γαλήνη των γηρατειών, στο Όλντερσρου. Τελευταία στάση πριν από το νεκροταφείο, όπως το χαρακτήριζε ο Τάγκε. Αυτό που δεν καταλάβαιναν τα παιδιά ήταν ότι όλα αυτά τα χρόνια τα κατάφερνε μόνη της. Και όλα αυτά τα χρόνια ήταν μόνη. Δεν τη φόβιζε η μοναξιά.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=