Μοιρολογήτρα

19 ΜΟΙΡΟΛΟΓΗΤΡΑ Τον πατέρα τους φοβόταν, όχι τη μοναξιά. Ο καφές είχε αρχίσει να κρυώνει και σηκώθηκε για να βάλει άλλο ένα φλιτζάνι. Δεν συνήθιζε να πίνει καφέ το βράδυ, αλλά δεν είχε σημασία τώρα. Έτσι κι αλλιώς δεν κοιμόταν. Είχε έναν μήνα να κοιμηθεί. Μόνο κάποιες σύντομες στιγμές γλαρώματος, οι οποίες κατέληγαν σε εφιάλτες και την ξυπνούσαν μ’ ένα τίναγμα. Είχε πιστέψει ότι θα ήταν ελεύθερη. Επιτέλους ελεύθερη. Στο τέλος. Αντί γι’ αυτό οι τοίχοι της φυλακής την πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Τώρα ήταν τόσο πιεστικοί που μετά βίας ανέπνεε. Και δεν ήξερε γιατί ένα ράγισμα στο ισχίο έγινε η αφορμή που την οδήγησε εκεί. Όμως όλα αυτά είχαν ξεκινήσει κάτι που η ίδια δεν μπορούσε πια να εμποδίσει. Τα παιδιά θα έπαιρναν αυτό που θέλανε. Δεν ήταν ανάγκη να την πείσουν. Ήξερε κι αυτή πόσο άξιζε το σπίτι. Χτισμένο πάνω από τις αποθήκες των αλιέων, με θέα σε όλη την είσοδο του λιμανιού, θα άφηνε πολλά εκατομμύρια. Η Μαρία και ο Μίκαελ ήταν ευκατάστατοι, και οι δύο, αν και έβλεπε πώς άστραφταν τα μάτια τους στη σκέψη της πώλησης. Η ίδια είχε αποτύχει. Δεν είχε καταφέρει να δώσει κάτι από τον εαυτό της στα παιδιά. Όταν τα κοιτούσε, το μόνο που έβλεπε ήταν ο Τάγκε. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο γι’ αυτά τώρα. Τα λεφτά δεν επρόκειτο να τα κάνουν ευτυχισμένα. Δεν το είχαν μέσα τους. Όπως ο πατέρας τους, ήταν πάντα δυσαρεστημένα, μονίμως προσβεβλημένα από όσα δεν τους έδινε η ζωή, όλα εκείνα που πίστευαν ότι άξιζαν. Και ήταν αυτή που τα είχε αναθρέψει, τα είχε φροντίσει, που είχε δέσει τις πληγές τους, που τα φιλούσε στο μάγουλο όταν τα έβαζε τα βράδια για ύπνο. Κι ωστόσο, ο Τάγκε από την πολυθρόνα του είχε καταφέρει να τα κερδίσει. Το γενετικό του υλικό είχε κατατροπώσει την αγάπη της για τα παιδιά.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=