17 ΜΟΙΡΟΛΟΓΗΤΡΑ Ήπιε μια γουλιά από το κρασί της. Το ότι δεν θήλαζε είχε τα πλεονεκτήματά του. Όταν έφτασαν στο σπίτι καμιά δυο ώρες αργότερα, τα παιδιά κοιμούνταν όλα στα κρεβάτια τους. Η Κριστίνα, μητέρα του Πάτρικ, κοιμόταν κι αυτή του καλού καιρού, ξαπλωμένη στον καναπέ. Η Ερίκα έσκυψε και την ξύπνησε διακριτικά. «Φτάσαμε. Σ’ ευχαριστούμε που πρόσεχες τα παιδιά, απολαύσαμε πολύ τον λίγο χρόνο που περάσαμε απόψε ως δύο ενήλικες». Η Κριστίνα ανακάθισε, χασμουρήθηκε και τακτοποίησε τα μαξιλάρια του καναπέ. «Δεν ήταν δα και κόπος. Ήταν πραγματικά αγγελούδια. Ακόμα και τα δίδυμα. Το μικρό είναι γλυκύτατο». Ένα τσίμπημα στο στήθος. Η Ερίκα είχε αγαπήσει τη μικρότερη κόρη της από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε, αλλά ανησυχούσε μόνιμα για το πώς θα την αντιμετώπιζαν άλλοι άνθρωποι. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πάντα επιεικείς με τους διαφορετικούς. «Ναι, είναι υπέροχη» έκανε και αγκάλιασε την Κριστίνα για να την καληνυχτίσει. Ο Πάτρικ στεκόταν ήδη στην κουζίνα. «Θα φτιάξω ένα σαντουιτσάκι. Κοίτα, ήταν όλα πεντανόστιμα, ακόμα κι εκείνα τα φύκια. Αλλά εγώ πεινώ ακόμη και πίτσα δεν πήραμε…» Η Ερίκα περιεργάστηκε τον άντρα της στο φως του ορθάνοιχτου ψυγείου. Ο Πάτρικ είχε ήδη προλάβει να βγάλει το παντελόνι και ήταν με τις κάλτσες, το σλιπ και το πουκάμισο. Στους κροτάφους του φαινόταν κάποιο γκριζάρισμα και οι γραμμές έκφρασης γύρω από τα μάτια είχαν αυγατίσει. Ήταν ομορφότερος από ποτέ. «Σ’ αγαπώ» του είπε. «Πόσο σ’ αγαπώ, Θεέ μου!» ***
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=