14 Τελικά, η Αθηνά στερεώνει το πέπλο που φοράω μ’ ένα χρυσαφένιο στέμμα —δώρο από τον δώρο από τον θεό της μεταλλουργίας, τον Ήφαιστο—, το οποίο είναι στολισμένο με όλων των ειδών τα ζώα. , το οποίο είναι στολισμένο με όλων των ειδών τα ζώα. Πίσω στο παλάτι του Δία, ένα σωρό τέθριππα άρματα (που το καθένα το σέρνουν τέσσερα άλογα) ετοιμάζονται στην αυλή για την πτήση που θα κατεβάσει τους θεούς στη Γη. Εγώ μπαίνω στο πρώτο άρμα μαζί με τον Δία. Ο Ερμής στέκεται μπροστά μας, με τα φτερά στα σανδάλια του να φτερουγίζουν ήδη, έτοιμα να οδηγήσουν την πομπή στον προορισμό της. Γέρνω μπροστά. «Πώς είναι ο σύζυγός μου;» ψιθυρίζω. «Καλοσυνάτος, νομίζω» λέει ο Ερμής «αλλά όχι τόσο έξυπνος όσο εσύ». Μετά οι πύλες της αυλής ανοίγουν διάπλατα· τα άρματα επιταχύνουν και σηκώνονται από το έδαφος. Οι αρθρώσεις των δαχτύλων μου ασπρίζουν έτσι όπως σφίγγω το άρμα, ώσπου συνειδητοποιώ ότι η πτήση είναι τόσο ήρεμη, που δε χρειάζεται να κρατιέμαι καν. Νιώθω τον αέρα να χτυπά το πρόσωπό μου, νιώθω τη δροσερή πάχνη καθώς πετάμε μέσα από τα σύννεφα. Το γαμήλιο γλέντι γίνεται στο σπίτι του συζύγου μου, στο καινούριο μου σπίτι. Προσπαθώ να γνωρίσω τον σύζυγό μου όσο τραγουδούν οι μούσες. Το όνομά του είναι Επιμηθέας. Φαίνεται συνομήλικός μου, έχει μαύρα μάτια κι ένα πλατύ χαμόγελο. Χαμογελά συνέχεια, με εξαίρεση τις στιγμές που μου μιλάει για τον αδερφό του, τον Προμηθέα. Ο Επιμηθέας μού λέει ότι ο αδερφός του λυπόταν τους ανθρώπους που κρύωναν κι ήταν απροστάτευτοι, κι έτσι έκλεψε τη φωτιά απ’ τον Δία και την έφερε στη Γη. Προφανώς, ο Δίας θύμωσε πάρα πολύ και ορκίστηκε να εκδικηθεί τον Προμηθέα, τον Επιμηθέα και όλους τους ανθρώπους της Γης. Εγώ του λέω ότι δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η κλοπή της φωτιάς ήταν κάτι τόσο κακό. Ο Επιμηθέας γνέφει, λέγοντας πως ο γάμος μας μάλλον σημαίνει πως ο Δίας επιτέλους τον συγχώρεσε.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=