HAL EBBOTT 18 «Αχ, μοσχοπόντικα. Δεν φοβήθηκα. Απλώς–» Μια αναλαμπή από το σαπισμένο πόδι του πατέρα του. «Ήθελα απλώς να σιγουρευτώ». Έμοιαζε να μην πείθεται, και τότε ο Έιμος φαντάστηκε ότι συνέχισε να της μιλάει, εμπλουτίζοντας όσα ήδη ήξερε η κόρη του –για τον παππού της, που είχε πεθάνει πριν εκείνη γεννηθεί– λεπτομέρειες για το πως κειτόταν ξαπλωμένος στο σαλόνι, τα κόκαλά του φαγωμένα από τον καρκίνο, η γάμπα του σαν κολοκύθα παρατημένη στον ήλιο να σαπίσει. Ίσως να συνέχιζε περιγράφοντας πώς είχαν σταθεί γύρω από το φτηνότερο φέρετρο από ξύλο πεύκου, ένα φέρετρο που έτσι κι αλλιώς δεν θα τον πείραζε που ήταν φτηνό, αν η μητέρα του δεν είχε ουρλιάξει ότι ασφαλώς δεν υπήρχαν χρήματα για κάτι καλύτερο, μιας και ο πατέρας του δεν είχε φροντίσει για απολύτως τίποτα. Θα μπορούσε να γίνει εν συντομία. Με τις κατάλληλες λεπτομέρειες ο Έιμος θα παρουσίαζε μια εικόνα κοντά στην αλήθεια. Ο μπαμπάς μου: ένας άντρας τραγικά και ολοκληρωτικά απαθής· δις διαζευγμένος, αναλώθηκε καπνίζοντας και πίνοντας. Ήταν εξήντα δύο χρονών όταν πέθανε. Τα χλωμά του μάτια έσβησαν σαν κάρβουνα μέσα σε μια νύχτα· στην ντουλάπα του, ένα κουτί με σφραγισμένους λογαριασμούς. Κι εγώ; Ένα αμυδρό γέλιο. Έκλεισα τα είκοσι εκείνη την άνοιξη. Όταν πετάξαμε το κρεβάτι του, το στρώμα ήταν γεμάτο μυρμήγκια. Φαντάστηκε το πρόσωπο της Άννας καθώς θα τον άκουγε να μιλάει. Σοβαρή, λιγάκι μπερδεμένη. Μπορούσε να φανταστεί κι εκείνο της Κλερ, το απορημένο της σάστισμα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=