Μεταξύ φίλων

ΜΕΤΑΞΥ ΦΙΛΩΝ 17 λειά. Θα τηλεφωνούσε στον Έμερσον. Θα του έλεγε ότι όλα ήταν καλά, κι όλα θα ήταν εντάξει. Η ΑΝΝΑ ΕΞΕΤΑΣΕ μια μικρή ελιά στο γόνατό της, ύστερα έγειρε προς τα πίσω. Στα δεξιά της υπήρχε το μπλοκ ζωγραφικής που τελευταία δεν έλειπε από κοντά της, τα φύλλα του βαριά, ακριβά και ως επί το πλείστον άδεια. Άγγιξε το εξώφυλλο. Προσώρας δεν της δημιουργούσε ντροπή. Εξακολουθούσε να πιστεύει ότι ίσως να έπαιζε ρόλο στο ποια θα γινόταν στο μέλλον. Τα δέντρα ξεχύνονταν στις παρυφές του δρόμου. Το αμάξι έμοιαζε να αιωρείται ανάμεσά τους. Κάποια στιγμή η πόλη εξαφανίστηκε. Δέσποζαν τώρα εκτάσεις γης – πράσινες, αχανείς, λαχταριστές. Γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να φέρεις στο μυαλό σου τους άχαρους δρόμους· το γουργούρισμα των περιστεριών εξασθένησε κι έπειτα σταμάτησε. Η Άννα άνοιξε το παράθυρο. Η Κλερ σήκωσε το βλέμμα της από το βιβλίο. «Πρέπει να το κάνεις;» «Μα μυρίζει τόσο ωραία». Η μητέρα της δεν μίλησε. Ύστερα από λίγο η Άννα το έκλεισε ξανά. Το βουητό το ανέμου συνέχισε να ακούγεται απέξω. «Φοβήθηκες πολύ;» ρώτησε η Άννα. «Τι;» απάντησε η Κλερ. «Όχι εσύ. Ο μπαμπάς. Για το δόντι σου».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=