HAL EBBOTT 16 αρκετά. Σίγουρα αρκετά αστείο για ένα οδοντιατρείο. Τι περίμενε; Οι άλλοι έκαναν καλύτερα αστεία; Σε ποιον απολογούνταν; Γιατί απλώς δεν κρατούσε το στόμα του κλειστό; Το μυαλό του έσπευσε να χαθεί σε σκέψεις και υποχρεώσεις, παρατηρήσεις και ευφυολογήματα. Σαν τα αχόρταγα, απελπισμένα δάχτυλα ενός αγοριού που παλεύουν με το κούμπωμα ενός φορέματος. Ήξερε τι έκανε – χαμογελούσε, γελούσε, έκανε πικρόχολα σχόλια που δεν είχαν καμία σχέση με το θέμα. Κοιτάξτε με, ήθελε στην πραγματικότητα να βροντοφωνάξει, πόσο εύκολα, πόσο χαλαρά το αντιμετωπίζω. Απλώς ήλπιζε, δειλά και ανούσια. Ύστερα από λίγο ο οδοντίατρος απομακρύνθηκε κάνοντας μια στροφή. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς». Ξαφνικά ο Έιμος ένιωσε την ανάγκη να φανεί χαλαρός, αλλά παρά την προσπάθειά του, στο τέλος αναρίγησε από το άγχος και την ανακούφιση. «Τίποτα;» ρώτησε. «Βλέπω ότι δεν έχεις βγάλει τον φρονιμίτη σου» διαπίστωσε ο οδοντίατρος, καθώς πέταξε τα γάντια του σ’ έναν κάδο δίπλα στην πόρτα. «Όχι» απάντησε «η μητέρα μου…» Όμως ο Έιμος είχε πάψει να ακούει ακόμα και τον εαυτό του. Το δωμάτιο έμοιαζε ξαφνικά φωτεινό, σχεδόν φιλικό. Μετατράπηκε και πάλι σε κομμάτι της καθημερινότητας. Θα έπαυαν να τον αναζητούν. Θα επέστρεφε στη δου-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=