Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

16 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ καλύτερη για όλους, τον βρήκε ο έρωτας την ώρα που γυρνούσε μαζί με τον παιδικό του φίλο, τον Σάιμον, από μια ξέφρενη και ανέμελη νύχτα. Και είχε τη γεύση της κανέλας και του τσιγαρισμέ- νου κουκουναριού. Είχε όμως και το χρώμα της βαθιάς, γαλάζιας θάλασσας, του Αιγαίου συγκεκριμένα, που ο Τζόνι το βρήκε –το Αιγαίο όλο– συγκεντρωμένο σε δυο μεγάλα, ανήσυχα μάτια. Και την απαλότητα του μητρικού χαδιού –εκείνου του χαδιού που τόσο στερήθηκε όταν ήταν μικρό παιδί και τόσο χόρτασε σαν ξαναπα- ντρεύτηκε ο πατέρας του– είχε ο έρωτας, αφού το εντόπισε –το χάδι που λέγαμε– σε δυο δυνατά γυναικεία χέρια που δούλευαν ασταμάτητα και γρήγορα, χέρια που μόνο απαλά χάδια δεν υπό- σχονταν – όχι πάντως εκείνη τη στιγμή, που ήταν τόσο απασχο- λημένα. Αλλά, αν είναι να ερωτευτεί ο άνθρωπος, όλα, ακόμη και τα αντίθετα, γίνονται σύμμαχοι του έρωτα. Και τα λέμε όλα αυτά εδώ τώρα όχι επειδή παίζουν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία, αλλά επειδή θέλουμε να δείξουμε ότι στον έρωτα δεν χρειάζεται να κάνεις δηλώσεις. Γιατί, σαν έρθει η «στραβοβδομάδα», που έλεγε και ένας υπέροχος άνθρωπος από την ιδιαίτερη πατρίδα του Τζόνι –και πατέρας της γράφουσας–, όλα συντελούν στο να ερωτευτείς. Και για τον Τζόνι είχε έρθει. Μες στο ψοφόκρυο και στο χιονόνερο… έτυχε;… το είχε προ- σχεδιάσει ο Σάιμον, που ήταν καλοφαγάς;… είχαν αποφασίσει οι Μοίρες γι’ αυτόν πολύ καιρό πριν, για να γραφτεί αυτή η ιστορία;… τι να πούμε… ας πούμε λοιπόν ότι έτυχε και βρέθηκε ο Τζόνι έξω από ένα μικροσκοπικό εστιατόριο, το «Lucky Star». Να προσθέ- σουμε δε ότι «έτυχε και βρέθηκε» μαζί με άλλους πολλούς, που επίσης έκλειναν την πρώτη νύχτα του χρόνου με ένα νόστιμο όσο και παράξενο γεύμα. Μικρασιάτικη κουζίνα. Δυο λέξεις που συ- νοδεύονταν από επιφωνήματα έκπληξης, αφού όλοι –ή σχεδόν όλοι– τις άκουγαν για πρώτη φορά.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=