Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

12 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ έφερνε δεν θα ήταν για κανέναν από τους ανθρώπους της ιστο- ρίας μας μια συνηθισμένη μέρα. – Ο άντρας μου…, είπε κάπως διστακτικά η Ιλαρία. Περίμενε η άλλη. Λες αυτή να ήταν η στιγμή; – Ναι; και περίμενε να ακούσει – λες αυτή να ήταν η στιγμή; Ήπιε μια γουλιά νερό η Λαρώ – ξαφνικά είχε στεγνώσει το στόμα της. Βρήκε ευκαιρία η Βασιλική και έφερε στον νου της τα μάτια του. Πόσα της θύμιζαν από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησε, τότε στο αεροδρόμιο, αλλά καθόλου δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτά τα «πόσα»… Είχε δει και τα μαλλιά του τότε –τα μαζεμένα σε άσπρη κοτσίδα–, της είχε φανεί παράξενη η κόμμωση και ήθελε να τον ρωτήσει «Από πού είστε;», αλλά δεν το έκανε, συ- γκρατήθηκε, κατάλαβε ότι δεν είχε κανένα νόημα η ερώτηση, τι κι αν αυτή, σαν είδε εκείνη την κοτσίδα, για αδιευκρίνιστους –τό- τε– λόγους θυμήθηκε τον πατέρα της όταν πενθούσε τη γυναίκα και το παιδί του και είχε αφήσει γένια και μαλλιά αξύριστα…Και στο γράμμα του ο Ζήσης –αχ, ο Ζήσης…– της έγραφε «…μάκρυ- νε πάλι τα μαλλιά του, Βασιλικούλα μου, από τότε που χάσαμε τον Νικόλα μας» . Αυτά της ήρθαν στον νου, αλλά κατάπιε τη γλώσσα της και τίποτα δεν είπε. Ήπιε κι άλλο νερό η Λαρώ.Ήθελε να της μιλήσει της Βασιλικής, αλλά δίσταζε. Λίγο την ήξερε, αλλά πολύ την είχε αγαπήσει. Όσα ήταν αυτά που τις χώριζαν, άλλα τόσα ήταν αυτά που τις ένωναν. Τι παράξενο πράγμα…Θαρρείς και αυτές οι δυο γυναίκες, από την ώρα που γεννήθηκαν, είχαν δώσει ραντεβού στους μεσημβρινούς της ζωής… Και η Βασιλική ήξερε περίπου τι θα της έλεγε η άλλη. Μάντευε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=