Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

13 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η τις σκέψεις της, την καταλάβαινε προτού ακόμα μιλήσει. Εκείνα τα μαύρα μάτια τίποτα δεν μπορούσαν να κρύψουν. Εκείνο… πώς το έκρυψε άραγε; αναρωτήθηκε για μια στιγμή και αμέσως μετά- νιωσε. Ήταν καλός άνθρωπος η Ιλαρία, καλός και βασανισμένος, δεν της άξιζε να κάνει κακές σκέψεις γι’ αυτήν. Ανέβηκαν οι αναθυμιάσεις του τσίπουρου μέσα στο μυαλό της, ξενύχτι και οινόπνευμα –τις συγκινήσεις πού τις βάζεις;– κό- ντευαν να τη διαλύσουν. Μεγάλωσες, Βασιλικούλα! προσπάθησε να συνετίσει τον εαυτό της. Μεγάλωσες και κουράζεσαι εύκολα! γέλασε κάπως. Κάτι σαν ύπνος τής κάλυψε τα μάτια, σαν πέπλο αραχνοΰφαντο, και οι θύμησες την πήραν απ’ το χέρι, την έβγαλαν στο μονοπάτι του παρελθόντος. Έκανε μια αδιόρατη κίνηση, να, έτσι, λες και ήθελε να διαλύσει την αχλή από τη μνήμη της, τίποτα δεν ήταν παλιό, ούτε και ξεχασμένο, τίποτα δεν γίνεται μακρινό αν ζει μέσα στην καρδιά σου, το γαλαζωπό φως της βενετσιάνικης λάμπας –εκείνης που είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά στο Μπιτ Παζάρ * , σε ένα παλαιοπωλείο τούτης της γοητευτικής πόλης, και ένας θεός ξέρει ποια υγρά, σκοτεινά παλάτσο είχε κοσμήσει κάπο- τε– της έδειχνε το μονοπάτι, ένα ταξίδι θα έκανε πάλι πίσω στον χρόνο η Βασιλική, ποτέ δεν το βαρέθηκε και ποτέ δεν το ανέβαλε, τακτικά έπαιρνε για αποσκευές τις αναμνήσεις της και ξεκινούσε – ειδικά τώρα τελευταία, που, με όλα όσα είχαν συμβεί, κάθε λίγο και λιγάκι εκεί ξαναγυρνούσε. Με μισόκλειστα μάτια και με το μυαλό κάπως θολωμένο από το ξενύχτι και τα τσίπουρα, η Λαρώ βλέπει τη Βασιλική που ανασαί- νει ελαφρά, καθώς, γερμένη στην πολυθρόνα, έχει βυθιστεί στον * Κλειστή αγορά με παλαιοπωλεία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=