Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

39 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η περίμενε μια απάντηση όσο η Ζωή έψαχνε δικαιολογίες για να αρνηθεί. Αναλογίστηκε ότι δούλευε ως αργά, ότι όλη τη μέρα στεκόταν όρθια και κάθε βράδυ δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στο σπίτι, να βάλει τα πονεμένα ποδαράκια της πάνω σε δυο μαξιλάρια και να βυθιστεί στον ύπνο… τι ύπνο… να βυθιστεί σε έναν λήθαργο – ευτυχώς, χωρίς όνειρα. Αναλογίστηκε ότι μέρες μέρες τής πο- νούσε και η πλάτη –κουσούρι που της είχε μείνει από τις «μέρες πλυντηρίου»… τι μέρες… δύο ολόκληρα χρόνια ήταν– και ότι όποτε είχε περίοδο κρατιόταν απ’ τον πάγκο για να μην πέσει, την έσφαζε η μέση της, τη χώριζε στα δύο. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί πως θα μπορούσε να βγει… ραντεβού. Όμως αυτός ο άντρας που της το ζητούσε είχε υπέροχα πράσινα μάτια, σκούρα κόκκινα μαλλιά, που σίγουρα κάποτε θα ήταν πυρρόξανθα, μια δειλία αφύσικη για την ηλικία του, αλλά και μια επιμονή που δεν ταίριαζε στην εικό- να του φτωχού μετανάστη που είχε φτιάξει μέσα στο μυαλό της για εκείνον. Η Ζωή βρέθηκε σε δίλημμα. Πώς βγαίνεις ραντεβού με έναν άγνωστο για τον οποίο το μόνο που ξέρεις είναι το μικρό του όνο- μα; «Να ρωτήσω τον αδελφό μου…» είχε πει σαστισμένη, και ο Τζόνι αναγκάστηκε να μπει μέσα στο μαγαζάκι, χωρίς να τους ρωτήσει, στο μαγαζάκι που με δυσκολία τους χωρούσε τώρα όλους, μπήκε λοιπόν για να συστηθεί επίσημα στον Σίμο, να του δώσει την επαγγελματική του κάρτα και να του πει ότι ήθελε να βγάλει την αδελφή του για δείπνο. Κοίταξε ο Σίμος έκπληκτος την κάρ- τα, δεν ήταν και καλά τα αγγλικά του, ειδικά στο διάβασμα, κάτι «M.D.» έγραφε, που δεν τα καταλάβαινε, την έδωσε και στην αδελφή του, που ούτε καν μπήκε στον κόπο να την εξετάσει – όταν έχεις τον άνθρωπο ζωντανό μπροστά σου, τι να σου κάνει ένα κομμάτι χαρτί;

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=