Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

38 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ χρόνια ήταν στην Αμερική ήξερε –πολλά, υπέθετε–, τα ελληνικά του δεν ήταν και πολύ καλά, ζοριζόταν μερικές φορές να βρει τις λέξεις, αύριο θα μαγείρευε παπουτσάκια, είχε δει στην υπαίθρια αγορά ωραίες μελιτζάνες, πόσων χρονών να ’ταν; γύρω στα τριά- ντα, μπορεί και πιο μικρός, να φθηνύνουν οι πιπεριές, να γεμίσει μερικές, να βάλει και σταφίδες, να τσιγαρίσει τα κρεμμύδια… «Λοιπόν;» τη ρώτησε γλυκά και την έβγαλε από τον λαβύρινθο των σκέψεών της. Πέταξε γρήγορα γρήγορα στο καλάθι απορριμ- μάτων του μυαλού της τα ζαρζαβάτια, τους κιμάδες και το ελλιπές λεξιλόγιο και επικεντρώθηκε στο θέμα. Της ζητούσε ραντεβού, της ζητούσε να της κάνει το τραπέζι ένα βράδυ, κάτι που δεν είχε σκεφτεί ποτέ η κοπέλα, αφού εδώ, σ’ αυτούς, έτρωγαν οι άνθρωποι βραδινό… Ούτε, βέβαια, κανείς της είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Οι μεν εργάτες που σύχναζαν στο «Lucky Star» –πολύ λιγότεροι τώρα απ’ ό,τι στις αρχές, είναι η αλήθεια– μπορεί να την καλόβλεπαν, μπορεί και να την ονειρεύονταν, αλλά ούτε τόλμησαν ποτέ να σκεφτούν κάτι τέτοιο, το μεροκάματο μετά βίας έφτανε γι’ αυτούς, θα καλούσαν σε τραπέζι και δεύτερο άτομο; Οι δε άλλοι, οι δια- νοούμενοι ας πούμε, που δεν ήταν σίγουρα και ευκατάστατοι, αλλά ήταν οπωσδήποτε δεύτερης και τρίτης γενιάς Αμερικάνοι, τη θαύμαζαν μόνο για τις μαγειρικές της ικανότητες, το βλέμμα τους –αν στεκόταν περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα πάνω της– γλιστρούσε γρήγορα, μια φτωχή μετανάστρια με σπαστά αγγλικά δεν ήταν δυνατόν να είναι γι’ αυτούς! Αυτός όμως, αυτός ο Έλληνας… Άνοιξε πάλι βιαστικά τον σκουπιδοτενεκέ του μυαλού της, είχε ανάγκη να κρατηθεί από κάπου, κι ας ήταν αυτό η τιμή της μελι- τζάνας, άκυρο, είχαν χαθεί όλα, μελιτζάνες, πιπεριές και πόλεις της Μακεδονίας είχαν εξαφανιστεί, το μόνο που υπήρχε εδώ, σίγουρο και σταθερό, ήταν το χαμογελαστό του πρόσωπο, που

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=