Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

37 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η «Θα δοκιμάσω…» έθεσε όρο μόλις η Ζωή, προσφέροντάς του το πιάτο, δεν είπε «Ορίστε, να φας», αλλά «Ορίστε, να δοκιμάσεις», έτσι του έλεγε πάντα, δεν ήθελε να τον προσβάλει, έκανε πως του έδινε λίγο, για δοκιμή τάχα, όχι ότι τον τάιζε συστηματικά. «Θα δοκιμάσω, Ζωή, ευχαρίστως, αν δεχτείς να βγούμε μαζί ένα βράδυ, να σου κάνω το τραπέζι. Σου ζητώ ραντεβού!» είπε με μια ανάσα εκείνος, σκυμμένος στο παράθυρο και θαυμάζοντας τον εαυτό του που δεν έκανε ούτε ένα λάθος στα ελληνικά του – χαλάλι οι τόσες πρόβες! «Ραντεβού!» επανέλαβε εκείνη δυνατά, τόσο δυνατά που ο Σίμος, από το βάθος του μαγαζιού –εντάξει, το όποιο βάθος είχε εκείνο το μαγαζί… που και μαγαζί ακριβώς δεν το έλεγες…–, γύρισε και τους κοίταξε. «Γιατί όχι;» ρώτησε ο Τζόνι, χτυπώντας το κεφάλι του στο περβάζι –το παράθυρο ήταν χαμηλό για το μπόι του κι εκείνος είχε υπερβάλει στο σκύψιμο, στην προσπάθειά του να έρθει όσο το δυνατόν πιο κοντά της. Έπνιξε το γέλιο στην ταραχή της η Ζωή –τι γλυκός που ήταν ο φτωχός της και πόσο αμάθητος φαινόταν σ’ αυτά…– και έμεινε με την κουτάλα στο χέρι, την κουτάλα που έσταξε στο γαλάζιο της φουστάνι κόκκινη σάλτσα και το λέκιασε για πάντα. Έμεινε να κοιτάει τον λεκέ που άπλωνε σιγά σιγά, να τον κοιτάει σαν να ήταν το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο, ενώ το μυαλό της δούλευε ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο νεαρός άντρας ήταν όμορφος και ευγενικός, τα μάτια του φαίνονταν ειλικρινή, η σάλ- τσα σήμερα είχε γίνει λίγο πιο πηχτή απ’ όσο έπρεπε, ήταν ψηλός, πιο ψηλός και από τον πατέρα της, στη λάντζα υπήρχαν άπλυτα πιάτα, «ρούσος», όπως έλεγε η γιαγιά Νενέ τους κοκκινομάλληδες σαν αυτόν, το απορρυπαντικό τελείωνε και έπρεπε να αγοράσουν άλλο, τα χέρια του ήταν άσπρα και έμοιαζαν απαλά, τι δουλειά να έκανε άραγε; από λεπτότητα δεν τον είχε ρωτήσει, μόνο πως ήταν από μια μικρή πόλη της Μακεδονίας γνώριζε γι’ αυτόν, ούτε πόσα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=