Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
36 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ Για μία ολόκληρη εβδομάδα, την εβδομάδα που ακολούθησε την κερασμένη φασολάδα, ο Τζόνι περνούσε από το «Lucky Star» κάθε βραδάκι, έσκυβε στο παράθυρο, χαιρετούσε τη Ζωή και τον αδελφό της, αυτόν κυρίως –ακόμα ούτε στον εαυτό του δεν είχε ομολογήσει τον έρωτά του και προσποιούνταν ότι χαιρόταν που είχε βρει δυο καλά παιδιά, πατριωτάκια–, αντάλλασσαν μια δυο κουβέντες, πώς πάει η δουλειά, και η δική του εντάξει, ο καιρός το ίδιο άσχημος, πότε θα έρθει η άνοιξη επιτέλους, τι νέα από την πατρίδα; Στο τέλος εκείνης της σύντομης συνομιλίας κατέληγε να τρώει από ένα κερασμένο πιάτο, έχοντας αρνηθεί ευγενικά χίλιες φορές, έχοντας επικαλεστεί τη μάνα του που τον περίμενε με στρωμένο τραπέζι –«Φέρ’ τη μαζί σου μια μέρα!» του πρότεινε με ενθουσια- σμό ο Σίμος, που άκουγε «μάνα» και πιανόταν η ψυχή του από τη λαχτάρα και τη νοσταλγία– και προτείνοντας πολλές φορές να πληρώσει αυτά που έτρωγε. Ανένδοτα τα δυο Ελληνόπουλα, επέ- μεναν πάντα τόσο που τελικά εκείνος δεχόταν, φοβούμενος μήπως κακοκαρδίσει την κοπέλα και όντας σίγουρος πως τον είχαν πε- ράσει για κάποιον πεινασμένο που έβρισκε τρόπο να χορτάσει – πεινασμένο αλλά καλοντυμένο… Κατά σειρά, μετά την αρχική φασολάδα, είχε φάει ιμάμ μπαϊλ ντί, σούπα γιουβαρλάκια, κρεατόπιτα –αλλά όχι σαν εκείνη που έφτιαχνε η Βασιλική με τον κιμά, τούτη δω ήταν αλλιώτικη, «Πρό- βειο τυρί και κρέας έχει μέσα» του είχε εξηγήσει η Ζωή–, γιαουρτλού και μυδοπίλαφο. Την έβδομη μέρα, τη μέρα που το «πιάτο» ήταν σουτζουκάκια σμυρναίικα και μοσχοβολούσε η κανέλα δύο κάθετους και τρεις παράλληλους δρόμους μακριά, ο Τζόνι αρνήθηκε σταθε- ρά –όχι επειδή δεν του άρεσαν · ίσα ίσα, το άρωμα τον είχε ξετρε- λάνει σχεδόν όσο και η Ζωή–, αρνήθηκε αποφασιστικά, ήταν καιρός να μάθουν την αλήθεια.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=