Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
35 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η η Ζωή. Αυτό κυρίως. Της το είχε κρύψει γιατί φοβήθηκε μήπως την έχανε. Και μόλις την είχε βρει… «Έχουμε φασολάδα σήμερα!» είχε πει τότε περήφανα η κοπέ- λα, με τον ίδιο τρόπο που τις προάλλες ο αδελφός της είχε πει στον Τζόνι «Έλληνες, κύριε!», «Φασολάδα! Να σας κεράσω;». Είχε κουνήσει το κεφάλι του εκείνος έντονα, αρνητικά, ε, όχι και να τον κερνούσε… «Τι; Δεν σας αρέσει η φασολάδα;» είχε κάνει απορημένη. «Πώς είναι δυνατόν;» «Φυσικά και μ’ αρέσει!» είχε διορθώσει γρήγορα γρήγορα εκείνος, μην και φανερωθεί η ημιτελής ελληνική του καταγωγή. «Ααα, είπα κι εγώ…» Κι έτσι ο Τζόνι με τη μεγάλη πατρική περιουσία, ο νεαρός γιατρός με το λαμπρό μέλλον και την ήδη προσοδοφόρα καριέρα, αυτός που ξόδευε καθημερινά κατά μέσο όρο όσα η κοπέλα μπορεί και να μην ξόδευε σε ένα ολόκληρο εξάμηνο, αυτός ο Ελληνοαμε- ρικάνος ανερχόμενος δανδής, βρέθηκε τότε να κρατάει στα χέρια του ένα μπολάκι ξέχειλο από καυτή φασολάδα, αρωματισμένη με σέλινο και δυόσμο και στολισμένη με χρυσοκόκκινους σπόρους μπούκοβου. Στο άλλο χέρι είχε ένα κουτάλι και μια φέτα ψωμί και, σαστισμένος, έψαχνε να βρει μέρος να ακουμπήσει αυτά που κρα- τούσε – και τρόπο να του φύγει η κοκκινίλα από το πρόσωπο. Η κοπέλα τον είχε κεράσει! Έτρωγε τζάμπα! «Σίμο, έλα να γνωρίσεις έναν πατριώτη μας!» είχε φωνάξει στον αδελφό της αυτή. Κοίταξε η Ζωή τα σύννεφα που μαζεύονταν βιαστικά στον ουρα- νό έπειτα από έκτακτο προσκλητήριο, ίσως να έβρεχε σε λίγο, αλλά οι αναμνήσεις ήταν έντονες και όλες ευχάριστες, θα καθόταν λίγο ακόμη, εδώ ήταν πραγματικά μόνη, εδώ μπορούσε να σκεφτεί και να θυμηθεί, να σκεφτεί και να αποφασίσει.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=