Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
34 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ Το θρόισμα στην καρδούλα της έγινε αεράκι, ανατρίχιασε σαν να κρύωσε ξαφνικά, αλλά, πληγωμένη από τον Νικολά και δασκα- λεμένη από τη μάνα της –«Στα λόγια όλοι καλοί είναι…»–, τα έβαλε όλα στη σειρά, κανείς δεν θα της άνοιγε τα φύλλα της καρδιάς της. Γέλασε πάλι αμήχανα – πόσο αγενής μπορεί να γίνεις όταν δεν ξέρεις πώς να αντιμετωπίσεις τον έρωτα που έρχεται… «Πες μου παρακάτω», του ζήτησε για να ξεφύγει, το κλειδί το κρατούσε σφιχτά στη χούφτα της, δεν θα άνοιγε την καρδιά της, το είχε αποφασίσει. Ο Τζόνι όμως είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε, την είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή, δεν είχε σκοπό να το κρύψει, κι ας έχανε τα λόγια του, κι ας ένιωθε κάπως. Ποιος; Αυτός, που πάντα είχε τον έλεγχο και το πάνω χέρι με τις γυναίκες! «Θυμάσαι τι σου απάντησα εγώ όταν ρώτησες “Τι θα θέλατε, παρακαλώ;”» και μιμήθηκε τη φωνή της, «“Είμαι κι εγώΈλληνας!”» έκανε τη φωνή της πιο χοντρή η Ζωή, που θυμόταν πολύ καλά τι είχε ειπωθεί εκείνη τη στιγμή, «“Πόσο χαίρομαι κάθε φορά που συναντάω έναν πατριώτη και όχι έναν ακόμη φαντασμένο Αμερι- κάνο…”» έκανε λεπτή τη φωνή του ο Τζόνι για να μιμηθεί τη δική της απάντηση. Δεν μπόρεσε όμως να περιγράψει με λόγια την αστραπή που είδε μέσα στα μάτια της και το χαμόγελο που ανέ- τειλε εκεί όταν έλεγε τα λόγια αυτά. Μετά, και οι δυο ταυτόχρονα, θυμηθήκανε πως του πρότεινε το λεπτό αλλά συγχρόνως δυνατό χεράκι της και συστήθηκε. «Από πού είπες ότι είσαι;» τον είχε ρωτήσει, κι ας μην είχε πει αυτός τίποτα. Τα είχε χάσει για λίγο ο Τζόνι όταν εκείνη χαρα- κτήρισε τους Αμερικάνους «φαντασμένους», τα είχε χάσει και είχε αποφασίσει να της κρύψει την πραγματικότητα, ότι δηλαδή δεν ήταν καθαρόαιμος Έλληνας, ότι και ιρλανδέζικο αίμα κυλούσε στις φλέβες του και ότι δεν ήταν μετανάστης, όπως είχε πιστέψει
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=