Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

33 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η μάνες σαν έπιαναν τρυφερά, για πρώτη φορά, το καινούργιο τους μωρό. Έτσι και η Ζωή, την ίδια τρυφερότητα του φάνηκε πως είχε, τις ίδιες απαλές κινήσεις πως έκανε. «Και γιατί είχες πάρει εκείνο το… το χαμένο ύφος;» τον ρώτη- σε, ενώ ήταν σίγουρη ότι η απάντησή του θα ξεσήκωνε νέα θύελλα στην καρδιά της, «Γιατί; Ρωτάς γιατί; Επειδή άκουσα τη φωνή σου να μου λέει “Καλησπέρα σας. Τι θα θέλατε, παρακαλώ;”» απολο- γήθηκε με κατεβασμένα τα μάτια ο Τζόνι, και αυτό ήταν το τελειω­ τικό χτύπημα για την κοπέλα. Έβαλε τα γέλια όμως, από αμηχανία περισσότερο. «Όχι, όχι, δεν σε κοροϊδεύω!» του διευκρίνισε, ανα- σήκωσε εκείνος τους ώμους, σαν να έλεγε «Κορόιδευε όσο θέλεις», και πρόσθεσε ότι όταν άκουσε τη φωνή της… όταν άκουσε τη φωνή της…ήταν σίγουρος πως η Συμφωνική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης τέτοια μελωδία ποτέ δεν είχε καταφέρει να παίξει. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και ανακάτεψε το πηχτό κατακάθι με το κουταλάκι. Της άγγιξε το χέρι που ήταν απασχο- λημένο με το ανακάτεμα –χίλιες αναίτιες στροφές, αφού η σοκο- λάτα ήταν προ πολλού τελειωμένη–, της το άγγιξε με το ένα του μόνο δάχτυλο, με τον δείκτη, και συνέχισε: «Ξέρεις, Ζωή… όταν άκουσα τη φωνή σου… ήθελα να κλειδώσω τα αυτιά μου, να μην αφήσω ποτέ τα λόγια αυτά… τα λόγια σου… να φύγουν από μέσα, να πετάξουν μακριά…» Ξεροκατάπιε η κοπέλα, ζάλη και εμετός τής ερχόταν, τι να έκανε τώρα, τι θα έπρεπε να πει; «Άσε που τα αγγλικά σου… τα σπαστά αγγλικά σου… μου έφεραν άλλες τρυ- φερές αναμνήσεις…» συνέχισε ο Τζόνι. «Θυμήθηκα τη μητέρα μου… τη μαμά Βασιλική, εννοώ… στα πρώτα της χρόνια εδώ… σ’ αυτή την πόλη, σ’ αυτή την πατρίδα… τη θυμήθηκα να προσπα- θεί να μιλήσει σωστά… τότε που πρόφερε αργά αργά την κάθε λέξη, μην κάνει κανένα λάθος και την κοροϊδέψουμε… και ήταν τόσο γλυκιά, τόσο μικρή, τόσο…»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=