Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
32 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ πλησίασε λίγο πιο κοντά παρατήρησε ότι οι δυο τρεις άνθρωποι που ήταν απέξω κρατούσαν κάτι που άχνιζε ευωδιάζοντας. Γιατί όσοι Αμερικάνοι είχαν ανακαλύψει τη γεύση δεν έχαναν ευκαιρία να φάνε κάτι άλλο πέρα από ψητές πατάτες και λουκάνικα, ακό- μη κι αν το ψοφόκρυο τους έστελνε γρήγορα γρήγορα στις εστίες. «Καλησπέρα σας. Τι θα θέλατε, παρακαλώ;» θυμήθηκε η Ζωή ότι του είπε, όπως έλεγε σε όλους, και χαμογέλασε. Είδε τον νεα- ρό άντρα να την κοιτάει με ύφος χαμένο, απόρησε το κορίτσι, πήγε το χέρι της αυθόρμητα στα κουμπιά του φορέματός της, όχι, όλα εντάξει, τι παράξενο είχε πάνω της λοιπόν; Εκείνος, όπως της τόνισε τότε που πίνανε τις πρώτες τους αχνιστές σοκολάτες, την είχε δει πλησιάζοντας στο παράθυρο, αλλά, κάνοντας μια προσπάθεια να ξεφύγει, αναζήτησε τον νεαρό, τον αδελφό της. Στο μεταξύ όμως είχε κυριολεκτικά σαρώσει με το βλέμμα του την εικόνα της, είχε παρατηρήσει με κάθε λεπτο- μέρεια το γαλάζιο της φόρεμα με τις λεπτές, σχεδόν αδιόρατες λευκές ρίγες, το άσπρο γιακαδάκι και τα ανασηκωμένα ως τους αγκώνες μανίκια, είχε φυλακίσει στον νου του τα πλούσια μαλλιά της, τα πιασμένα σε κότσο, τα σκούρα γαλάζια μάτια, που έμοια- ζαν να έχουν σαράντα πυρετό, και τα καλογραμμένα τόξα των φρυδιών της σε ένα καθαρό και άβαφο πρόσωπο. Αναρωτήθηκε ο Τζόνι αν το χαμόγελο που στόλιζε τα χείλη της ήταν επαγγελμα- τικό και αισθάνθηκε αιχμαλωτισμένος από τις κινήσεις της. Γέλασε η Ζωή τότε, στις πρώτες σοκολάτες, «Τις κινήσεις μου;» τον ρώτησε με πραγματική απορία, αλλά και κάτι έκανε φρρρρρρ στην καρδιά της, ένα απαλό θρόισμα, σαν να σηκώθηκε αεράκι και να κούνησε τα ανθισμένα κλαδιά μιας κερασιάς. Ναι, τις κι- νήσεις της, επιβεβαίωσε ο Τζόνι· του θύμισαν τις νεαρές μάνες, αυτές που είχε δει αρκετές φορές όσο ήταν φοιτητής και παρακο- λουθούσε τον πατέρα του στις γέννες, του θύμισαν τις νεαρές
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=