Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

31 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η βράδυ –ή, καλύτερα, το ξημέρωμα– της Πρωτοχρονιάς, εκείνη, που ήταν απασχολημένη και βιαστική –για να μην πούμε και συ- νηθισμένη να μη ρίχνει ούτε μια ματιά στους άντρες–, ούτε καν τον κοίταξε, έστω και αφηρημένα. Δεν πτοήθηκε από αυτό ο Τζόνι. Γύρισε στο «Lucky Star» την επομένη, λες και τον έσπρωχνε ένας ανεμοστρόβιλος που δεν μπορούσε να του αντισταθεί, γύρισε κι ας πίστευε ότι θα το έβρι- σκε κλειστό μια τέτοια μέρα γιορτινή. Πέρασε πρώτα από την απέναντι πλευρά του δρόμου, είδε κίνηση, όχι όμως όπως την προηγούμενη φορά, πάντως κλειστά δεν ήταν, αυτό το έβλεπε, δεν μπορούσε να διακρίνει τι γινόταν μέσα, ποιος ήταν –μια στάλα, βλέπεις, το άνοιγμα, ένα μικρό παράθυρο…–, διέσχισε τον δρόμο με τα μάτια καρφωμένα σ’ εκεί- νο το παραθυράκι, που έμοιαζε με φάρο σε σκοτεινό πέλαγο, και όταν έφτασε μπροστά φοβήθηκε, ούτε που κοίταξε μέσα, μόνο έκανε μεταβολή και έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τι ήθελε ακριβώς να κάνει, ακόμα αναρωτιόταν και δεν είχε την απάντηση. Πέρασε μία εβδομάδα, ο καιρός το γύρισε σε χιόνι, τέσσερα μερόνυχτα χιόνιζε ασταμάτητα, παγωμένες λάσπες στους δρόμους έκαναν δύσκολες τις μετακινήσεις, ο κόσμος μόλις τελείωνε τη δουλειά του έτρεχε βιαστικός στο σπίτι να ζεσταθεί, να προφυλα- χτεί. Έφυγε και ο Τζόνι από το ιατρείο, θα ’ταν οχτώ το βράδυ, αλλά δεν πήρε τον συνηθισμένο δρόμο, κατευθύνθηκε προς το «Lucky Star» –κατά διαβολική ή, μάλλον, αγγελική σύμπτωση, το μαγαζάκι δεν ήταν πολύ μακριά από το ιατρείο του–, κατευθύν- θηκε προς τα εκεί χωρίς να συζητήσει καν με τον εαυτό του το θέμα. Και, φτάνοντας, διαπίστωσε με ανακούφιση ότι, παρά το δριμύ ψύχος και την κακοκαιρία, το «Τυχερό Αστέρι» ήταν ανοιχτό. Έλαμπαν τα φώτα μέσα από το πεντακάθαρο τζάμι, και όταν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=